Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Απ' τους πιο αγαπημένους μου στον κόσμο.

Παππούς. Όταν ακούω αυτή τη λέξη, στο μυαλό μου έρχεται ένας ασπρομάλλης γέρος, με μπόλικο λάδι στα μαλλιά (γιατί κάποιος του είχε πει ότι με το ελαιόλαδο ξαναμαυρίζουν), χωρίστρα στο πλάι, κόκκινη ή πράσινη βερμούδα και φανέλα λευκή τιράντα. Ο παππούς μου.

Ο παππούς μου ήταν απίστευτα καλοσυνάτος. Βοηθούσε πάντα όπου χρειαζόταν (χωρίς να πάρει ποτέ άδεια), στο σπίτι γύριζε τα μεσημέρια φορτωμένος με τσάντες γεμάτες γλυκίσματα απ' τον φούρνο. Σαν πατέρας αλλά και σαν παππούς ήταν μάλαμα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί να βαρέσει κανείς ποτέ παιδί, και καθόταν για παιχνίδια με τις ώρες. Θυμάμαι μια φορά έβαφα τα νύχια μου (ήμουν πέντε χρονών) και ήρθε να βάψω και τα δικά του, νομίζοντας ότι άμα το τρίψει λίγο θα φύγει. (Δεν έφυγε. Και δεν είχαμε καν ασετόν. Τρελό γέλιο.)

Σαν σύζυγος δυστυχώς δεν ήταν τόσο καλός, γιατί την γιαγιά μου την είχε κάνει τάρανδο. Να φανταστείτε είχε αρραβωνιαστεί κιόλας! Ο πατέρας μου στο δημοτικό τότε νομίζω.

Ο παππούς μου αρρώστησε πρώτη φορά τη δεκαετία του 80 (νομίζω). Είχε -απ' ό,τι έχω ακούσει- καρκίνο στις φωνητικές χορδές (εγώ δεν είχα γεννηθεί τότε). Του έκαναν χειρουργείο και έχασε τη φωνή του. Από τότε μίλαγε με ένα μηχάνημα που βούηζε και έκανε τις φωνητικές χορδές του να πάλλονται.

Όταν είχα ξεκινήσει το δημοτικό ο καρκίνος ξαναχτύπησε. Χειρουργεία, μακροχρόνιες νοσηλείες, απίστευτη ταλαιπωρία. Ο πατέρας μου δεν άντεχε να πηγαίνει στο νοσοκομείο γιατί μέσα μας όλοι ξέραμε ότι δεν θα ήταν τόσο τυχερός αυτή τη φορά.

Θυμάμαι μιά βραδιά που θα πηγαίναμε να τον δούμε στο νοσοκομείο. Είχε σηκωθεί απ' το κρεβάτι με το ζόρι για να ξυριστεί, «για να μην γρατζουνίσουν την γατούλα μου τα γένια».

Ο παππούς μου πέθανε ένα βράδυ στα μέσα Μαρτίου. Μας πήρανε τηλέφωνο απ' το χωριό και πήγαμε με ταξί. Θυμάμαι που δεν μας χρέωσε πολλά γιατί ξέχασε να πάρει διπλή ταρίφα.

Είναι λες και δεν το είχα πιστέψει μέχρι να βρω το φέρετρο στο κέντρο του σαλονιού. Ο παππούς μου ήταν κίτρινος σαν το λεμόνι και ακίνητος και αγέλαστος, με τα χέρια μπροστά του δεμένα με σκοινί.

Ο παππούς μου πέθανε με μια τρύπα στο λαιμό, χωρίς φωνή, χωρίς να έχει «ζήσει» τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του.

Και το τελευταίο άγχος του για μένα δεν ήταν πως θα τα πάω στο σχολείο ή τι θα σπουδάσω, αλλά να μην με γρατζουνίσουν τα γένια του όταν θα με φίλαγε.