Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ένα είδος τέλους

Αναρωτιόμουν πως θα ήταν να πρέπει να γράψω ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα για τον θάνατό μου, όπως έκανε κάποιος γνωστός μπλόγκερ. Τι μπορεί να γράψει κανείς σαν ένα παντοτινό αντίο, άλλωστε;

Υποθέτω πως θα παρηγορούσε αρκετά η σκέψη ότι δεν φοβάμαι τον θάνατό μου. Γενικά πιστεύω ότι ο θάνατος είναι πιο τρομακτικός γι' αυτούς που ζουν την απώλεια, παρά γι' αυτόν που φεύγει. Αυτός που φεύγει -από τη στιγμή που σταματά η καρδιά- είναι σαν να κατεβάζει το διακόπτη. Ούτε αισθήσεις, ούτε σκέψεις.

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο δεν πιστεύω και σε παράδεισο/κόλαση, ή στο ότι οι νεκροί μας βλέπουν «από ψηλά» και «μας προσέχουν», γιατί αυτό θα προϋπέθετε τη συνέχεια της σκέψης. Πιστεύω όμως ότι οι άνθρωποι φοβούνται τον θάνατο για δύο κύριους λόγους.

Το κλασσικό είναι ο πόνος. Αλλά -θα μου πείτε- ποιος θα 'θελε να πεθάνει με επίπονο τρόπο; Το άλλο είναι αυτό το άγχος που μας πιάνει όλους ότι δεν θα προλάβουμε να κάνουμε αυτά που θέλουμε πριν απ' το «μεγάλο τέλος».

Και αυτό λογικό από κάποιες απόψεις, υποθέτω, αν σκεφτεί κανείς το άγχος που περνάμε κατά τη διάρκεια μίας και μόνο ημέρας προσπαθώντας να κάνουμε αυτά που θέλουμε, αυτά που είμαστε αναγκασμένοι να θέλουμε, και αυτά που περιμένουν οι άλλοι από μας.

Γι' αυτό λοιπόν το φιλοσόφησα. Πρέπει να ζούμε  την κάθε στιγμή, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Να κάνουμε αυτά που θέλουμε και να λέμε αυτά που σκεφτόμαστε χωρίς φόβο. Γιατί σίγουρα είναι προτιμότερο να «φύγεις» ξέροντας πως η ζωή σου κύλησε ωραία όσο κράτησε, παρά μετανιωμένος για όσα δεν έζησες..

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γιατί είμαι ΜΠΛΟΓΚΕΡ, ρε γαμώτο!

Όταν ξεκίνησα το blog, ήθελα να διαβάσει ο κόσμος διάφορες παραξενιές μου και να διασκεδάσει. Συνήθιζα να αφηγούμαι τέτοιες ιστορίες σε παρέες, οπότε ήλπιζα ότι κατά ένα μέρος τουλάχιστον θα' χε επιτυχία ο στόχος μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι -για τα δικά μου δεδομένα- το blog είναι πολύ επιτυχημένο. Κάθε φορά που με πλησιάζει και από ένας φίλος μου λέγοντας μου να συνεχίσω να γράφω, νοιώθω απίστευτη χαρά. Μαζί με τη χαρά μου όμως, ώρες ώρες με πιάνει και μια φοβία. Αφορμή για να επανέλθει στο προσκήνιο αυτή η φοβία κατά καιρούς, είναι όταν περνάει πάνω από μία βδομάδα χωρίς ν' ανεβάσω έστω κι ένα ποστ. Αν ανοίξει το λογαριασμό μου κανείς εκείνη την περίοδο, θα δει ένα σωρό πρόχειρα αποθηκευμένα, αλλά καμία ιδέα που ν' αξίζει να δημοσιευτεί. Όλα αυτά είναι απλώς ένας σωρός από λέξεις χωρίς νόημα κι ενδιαφέρον. Έχει τύχει στο παρελθόν να δημοσιεύσω  τέτοιου είδους δημιουργήματα και -φυσικά- έχει αποδειχτεί λάθος. Γιατί υπάρχουν όλα αυτά τα πρόχειρα όμως; Υπάρχουν ...

Τέντωσέ την μέχρι να κοπεί,

σκέψου πόσο διασκεδαστικό θα είναι να τη φτάσεις στα όρια. Σκέψου την αδρεναλίνη όταν τραβάς λίγο ακόμα, λιιιγο ακόμα. Θα αντέξει άραγε; Μα πώς; Πώς μπορεί και μένει έτσι, αλώβητη; Ούτε μία ρωγμή, κοίταξέ την. Κοίτα την. Τράβηξε λίγο ακόμα. Τίποτα. Βάλε κι άλλη δύναμη, μπορείς και καλύτερα. Ή χειρότερα, αναλόγως την πλευρά που το βλέπει κανείς. Πρόσεχε όμως, γιατί όταν σπάσει δεν θα μπορέσεις να κρυφτείς απ'τα θραύσματα που θα σκορπίσουν παντού. Πρόσεχε, γιατί όταν σπάσει θα γεμίσει ο τόπος με γυαλί και ατσάλι. Να μην είσαι ξυπόλυτος, εντάξει; Να μην είσαι γυμνός γιατί θα σε μαχαιρώσουν τα κομμάτια όπου βρούν. Τράβα κι άλλο, αφού το θέλεις, όμως μην το μετανιώσεις στο τέλος. Μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Υπάρχει μόνο η σκούπα και το φαράσι, αλλά δεν σε κόβω να έχεις όρεξη να τα μαζέψεις. Κανείς δεν έχει όρεξη στο τέλος, έτσι δεν είναι;

Ξάπλωσε στο πάτωμα

και έκλεισε τα μάτια της. Ανάσκελα, με τα ακροδάχτυλά της να χαϊδεύουν απαλά τους αρμούς γύρω απ' τα πλακάκια. Ήταν κρύο το πάτωμα, αλλά δεν είχε την ενέργεια να ενοχληθεί με αυτό. Το σιχαίνοταν το κρύο. Άκουγε την ανάσα της όπως σφύριζε απαλά με την κάθε εισπνοή. Άκουγε την καρδιά της να χτυπά δυνατά σαν κεραυνός. Ένιωθε τα δάκρυα να γλιστρούν απ'τις εξωτερικές γωνίες των ματιών, και να τρυπώνουν μέσα στ' αυτιά της. Απίστευτα ενοχλητική αίσθηση, αν με ρωτήσεις. Αλλά τι να της πω εκείνη την ώρα; Καλύτερη η σιωπή. Καλύτερο το σκοτάδι.  Ξεροκατάπιε. Κόμπιασε. Πήρε μία κοφτή ανάσα, σαν να της έμπηξαν ξαφνικά το μαχαίρι στην κοιλιά. Άλλη μία ανάσα. Και άλλη μία. Αρκεί για σήμερα, είπε. Μέχρι εδώ σου δίνω, τώρα θα σηκωθείς και θα είσαι παραγωγική και δημιουργική και ενήλικας. Ραντεβού πάλι αύριο τα μεσάνυχτα.