Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καντίνες και κατίνες.

Το πόσο κατίνα είναι μια γυναίκα ή ένας άντρας, το καταλαβαίνει κανείς εν όψει χωρισμού. Ένας νορμάλ άνθρωπος θα στεναχωρηθεί, θα χτυπηθεί αλλά θα πάει παρακάτω. Η κατίνα θα ρεζιλευτεί, θα κάνει ρεζίλι κι εσένα και το σόι σου ολόκληρο (που λέει ο λόγος), και ακόμα και μετά απ' αυτό δεν θα 'ναι ικανοποιημένη.

Δυστυχώς δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγει κανείς τέτοιου είδους «προσωπικότητες». Μπορείς απλά να ελπίζεις ότι θα περάσει σύντομα αυτή η «κατινοπερίοδος» και θα ησυχάσει το κεφάλι σου. Γιατί όχι, δεν υπάρχει έλεος! Δεν υπάρχει καλοσύνη!

Γι' αυτό κι εγώ παράτησα τις κατίνες και ήρθα στο ξακουστό χωριό μου, για ν' αράξω στην καντίνα (εξ ου και ο τίτλος) του θείου μου - ο οποίος άμα δει ότι τον λέω «θείο» εδώ θα με σφάξει, να πιω τα φρέντα μου (-γιατί μαρή στο χωριό σου είχατε; -ε ναι, λοιπόν!) και να πλατσουρίσω κι εγώ σαν κάτι εγγλεζάκια με κόκκινες μύτες. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γιατί είμαι ΜΠΛΟΓΚΕΡ, ρε γαμώτο!

Όταν ξεκίνησα το blog, ήθελα να διαβάσει ο κόσμος διάφορες παραξενιές μου και να διασκεδάσει. Συνήθιζα να αφηγούμαι τέτοιες ιστορίες σε παρέες, οπότε ήλπιζα ότι κατά ένα μέρος τουλάχιστον θα' χε επιτυχία ο στόχος μου. Οφείλω να ομολογήσω ότι -για τα δικά μου δεδομένα- το blog είναι πολύ επιτυχημένο. Κάθε φορά που με πλησιάζει και από ένας φίλος μου λέγοντας μου να συνεχίσω να γράφω, νοιώθω απίστευτη χαρά. Μαζί με τη χαρά μου όμως, ώρες ώρες με πιάνει και μια φοβία. Αφορμή για να επανέλθει στο προσκήνιο αυτή η φοβία κατά καιρούς, είναι όταν περνάει πάνω από μία βδομάδα χωρίς ν' ανεβάσω έστω κι ένα ποστ. Αν ανοίξει το λογαριασμό μου κανείς εκείνη την περίοδο, θα δει ένα σωρό πρόχειρα αποθηκευμένα, αλλά καμία ιδέα που ν' αξίζει να δημοσιευτεί. Όλα αυτά είναι απλώς ένας σωρός από λέξεις χωρίς νόημα κι ενδιαφέρον. Έχει τύχει στο παρελθόν να δημοσιεύσω  τέτοιου είδους δημιουργήματα και -φυσικά- έχει αποδειχτεί λάθος. Γιατί υπάρχουν όλα αυτά τα πρόχειρα όμως; Υπάρχουν ...

Τέντωσέ την μέχρι να κοπεί,

σκέψου πόσο διασκεδαστικό θα είναι να τη φτάσεις στα όρια. Σκέψου την αδρεναλίνη όταν τραβάς λίγο ακόμα, λιιιγο ακόμα. Θα αντέξει άραγε; Μα πώς; Πώς μπορεί και μένει έτσι, αλώβητη; Ούτε μία ρωγμή, κοίταξέ την. Κοίτα την. Τράβηξε λίγο ακόμα. Τίποτα. Βάλε κι άλλη δύναμη, μπορείς και καλύτερα. Ή χειρότερα, αναλόγως την πλευρά που το βλέπει κανείς. Πρόσεχε όμως, γιατί όταν σπάσει δεν θα μπορέσεις να κρυφτείς απ'τα θραύσματα που θα σκορπίσουν παντού. Πρόσεχε, γιατί όταν σπάσει θα γεμίσει ο τόπος με γυαλί και ατσάλι. Να μην είσαι ξυπόλυτος, εντάξει; Να μην είσαι γυμνός γιατί θα σε μαχαιρώσουν τα κομμάτια όπου βρούν. Τράβα κι άλλο, αφού το θέλεις, όμως μην το μετανιώσεις στο τέλος. Μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Υπάρχει μόνο η σκούπα και το φαράσι, αλλά δεν σε κόβω να έχεις όρεξη να τα μαζέψεις. Κανείς δεν έχει όρεξη στο τέλος, έτσι δεν είναι;

Ξάπλωσε στο πάτωμα

και έκλεισε τα μάτια της. Ανάσκελα, με τα ακροδάχτυλά της να χαϊδεύουν απαλά τους αρμούς γύρω απ' τα πλακάκια. Ήταν κρύο το πάτωμα, αλλά δεν είχε την ενέργεια να ενοχληθεί με αυτό. Το σιχαίνοταν το κρύο. Άκουγε την ανάσα της όπως σφύριζε απαλά με την κάθε εισπνοή. Άκουγε την καρδιά της να χτυπά δυνατά σαν κεραυνός. Ένιωθε τα δάκρυα να γλιστρούν απ'τις εξωτερικές γωνίες των ματιών, και να τρυπώνουν μέσα στ' αυτιά της. Απίστευτα ενοχλητική αίσθηση, αν με ρωτήσεις. Αλλά τι να της πω εκείνη την ώρα; Καλύτερη η σιωπή. Καλύτερο το σκοτάδι.  Ξεροκατάπιε. Κόμπιασε. Πήρε μία κοφτή ανάσα, σαν να της έμπηξαν ξαφνικά το μαχαίρι στην κοιλιά. Άλλη μία ανάσα. Και άλλη μία. Αρκεί για σήμερα, είπε. Μέχρι εδώ σου δίνω, τώρα θα σηκωθείς και θα είσαι παραγωγική και δημιουργική και ενήλικας. Ραντεβού πάλι αύριο τα μεσάνυχτα.