Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Ανοιχτή επιστολή στον κάγκουρα στην παραλία.

Δεν είσαι αποκρουστικός επειδή οι γυναίκες είναι πουτάνες που γουστάρουν μόνο δίμετρους μελαχρινούς με κοιλιά - σκακιέρα από τους κοιλιακούς (direct quote από σένα αυτό, μην σου κλέψω τα εύσημα). Ίσα ίσα που βλέπεσαι, αρκεί να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Είσαι, επειδή έχεις φέρει το ηχείο στην παραλία και μας έχεις πρήξει με την άθλια μουσική, καθώς προσπαθείς (μάλλον) να εκπληρώσεις το ασίγαστο πάθος που σε σιγοκαίει για το djλίκι, το οποίο φαίνεται να έχει μείνει ανεκπλήρωτο μέχρι στιγμής. Ευτυχώς, για το κοινό καλό της ανθρωπότητας. Είσαι, γιατί οποία τολμήσει να περάσει από μπροστά σου ακούει ατάκες τύπου "πω πω τι μουνάρα είσαι εσύ". Βασικά μην λέω μαλακίες, όλοι τις ακούμε γιατί φωνάζεις σα λαϊκατζης που προσπαθεί να ξεπουλήσει το τελευταίο τελάρο με βλήτα για να σχολάσει και να πάει σπίτι του. Με τέτοια τεχνική πεσίματος δεν πηδάς ούτε στη συντέλεια του κόσμου, δεν θα σε ακουμπήσει γκόμενα ούτε με στέκα μπιλιάρδου, ακόμα και αν είσαι εσύ ο τελευταίος επιζών και εξαρτά...

Η Γη θα συνεχίσει να γυρίζει

ό,τι και να της κάνουμε. Είναι μια γιγάντια πέτρα που αιωρείται στο κενό, που εντάξει δεν είναι ακριβώς κενό, αλλά δεν είμαι αστροφυσικός κιόλας. Τυχαία εμφανιστήκαμε, αλλά πολύ συνειδητά θα αφανιστούμε, γιατί η μειοψηφία που έχει την μεγαλύτερη ευθύνη έχει και την έπαρση και την άγνοια κινδύνου. Και δεν μας έχει καν ανάγκη η Γη στην τελική. Εμείς είμαστε αυτοί που δεν θα αντέξουμε να ζούμε πάνω της. Εμείς χρειαζόμαστε το νερό, το οξυγόνο, την τροφή. Η Γη προσφέρει σε εμάς, όχι το αντίθετο. Μην μπερδεύεστε νομίζοντας ότι κάνετε καλό στη Γη αν ανακυκλώνετε ή χρησιμοποιείτε ποδήλατα, στην κοινωνία κάνετε καλό.  Δίνουμε παράταση σε μια ημερομηνία λήξης που πλησιάζει μέρα με τη μέρα, και ο καθένας από μας αποσπά την προσοχή του με φευγαλέες στιγμές ευτυχίας ή δυστυχίας.

Όταν ακούς την κόρνα του τραίνου

δεν πρέπει να είσαι στις ράγες. Είναι μία βασική γνώση που έχει κάποιος, και την εφαρμόζει με σκοπό την επιβίωση του. Τί κάνεις όμως όταν σε έχουν δέσει εκεί; Ή ακόμα χειρότερα, τί κάνεις όταν έχεις δέσει τον εαυτό σου στις ράγες και δεν θυμάσαι ούτε το πώς, ούτε το γιατί, ούτε τον τρόπο να λυθείς; Το ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα θα ακούσεις την περιβόητη κόρνα, αλλά θα είσαι στο εντελώς λάθος σημείο την πιο ακατάλληλη στιγμή. Σκοπεύεις να αντιδράσεις; Έχεις την ψυχραιμία να βρεις τη λύση ακόμα και στην ύστατη στιγμή; Και ας πούμε για την ιστορία ότι σε έχουν δέσει απ'τον αστράγαλο με κάποια άθραυστη αλυσίδα, και δίπλα σου έχεις ένα χειροπρίονο. Έχεις τη δύναμη να θυσιάσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου για την ελευθερία και τη ζωή σου; Αυτό το σενάριο είναι μια σκηνή από θρίλερ, και γενικά απεχθάνομαι να βλέπω θρίλερ γιατί το βρίσκω αντιπαραγωγικό να τρομάζει κανείς τον εαυτό του επίτηδες, όμως χρόνια τώρα κάτι συμβολίζει για μένα αυτό το σημείο της ταινίας που αναφέρω, το οποίο αγγίζει...

Εμένα η μάνα μου

μου έλεγε πάντα να μην σκάω, γιατί σε έναν χρόνο από τώρα θα θυμάμαι αυτό που με άγχωσε ή με στεναχώρησε, και θα γελάω. Θα θυμάμαι τις σκέψεις που έκανα τότε και θα λέω "να, τελικά δεν ήταν τίποτα, ήρθε και πέρασε". Και θυμάμαι να της λέω πάντα -εκ των υστέρων- ότι έχει δίκιο, αλλά εκείνη την ώρα ποτέ δεν μπορούσα να το δω έτσι. Ώσπου μία τρομακτική σκέψη με γείωσε: θα πεθάνω. Κι εσύ θα πεθάνεις. Όλοι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Θα έρθουν άλλοι στη θέση μας, όπως και εμείς ήρθαμε στη θέση άλλων. Ουδείς αναντικατάστατος, που λένε.  Και τελικά καθόμαστε και τρέχουμε σε έναν αγώνα στον οποίο δηλώσαμε συμμετοχή χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Δρόμος μετ'εμποδίων χωρίς γραμμή τερματισμού στον ορίζοντα, ενώ δεν έχουμε καν σχέση με τον στίβο. Εγώ προσωπικά βαρέθηκα όλη αυτή τη φάση. Και δεν ξέρω για σένα, αλλά πλέον αρνούμαι να τρέχω επίτηδες.

Όταν οι ελέφαντες

μετακινούνται σαν ομάδα, περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλον, κρατώντας ο καθένας την ουρά του μπροστινού του με την προβοσκίδα του. Όταν ένας ελέφαντας βρεθεί μόνος του, κρατάει τη δική του ουρά με την προβοσκίδα του. Θυμάμαι είχα δει μία φωτογραφία πριν χρόνια, ήταν ένα μικρό ελεφαντάκι παρατημένο μόνο του σε σκηνή τσίρκου. Εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου κόπηκε σε χίλια κομμάτια. Ταυτόχρονα όμως είχα και μια σκέψη, σαν απόηχο στο μυαλό μου: όλοι βρισκόμαστε μόνοι μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάποιες στιγμές στη ζωή μας. Σημασία τελικά έχει να μπορούμε να κρατήσουμε τους εαυτούς μας με στοργή, και να πάμε παρακάτω. Και που ξέρεις, μπορεί εκεί που δεν το περιμένεις να βρεθείς σε ένα υπέροχο κοπάδι που θα σου προσφέρουν μια ουρά για να πιαστείς.

Κάθε λίγα χρόνια

οργανώνω την κηδεία μου. Είναι πάντα σε πολύ κλειστό κύκλο, μόνο εγώ δίνω το παρόν. Είναι η κηδεία του εαυτού που ήμουν μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά που έρχεται πια η ώρα να τον αποχαιρετήσω, ώστε να πάω παρακάτω στην επόμενη αναβάθμιση. Είναι επίπονη διαδικασία. Στην αρχή δεν το παίρνω καν είδηση ότι έχω πεθάνει, οπότε νιώθω αυτό το απίστευτα κενό αίσθημα που δεν ξέρω πώς να γεμίσω. Και τρέχω με ένα σωρό πράγματα χωρίς να καταλαβαίνω ότι είναι όλα τους υποκατάστατα που δεν θα χρησιμεύσουν πουθενά. Σαν κομμάτια παζλ, αλλά χωρίς να έχουν τυπωμένη πάνω τους την εικόνα. Και μετά θυμώνω γιατί κάθομαι και χάνω την ώρα μου με αυτό το χαζό, καφέ παζλ που δεν βγάζει κανένα νόημα. Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τους άλλους να μην έχουν τέτοια θέματα, και οδηγίες έχουν και απ'όλα. Και αναρωτιέμαι τί κάνω λάθος, δεν γίνεται να έχω κολλήσει έτσι. Σίγουρα υπάρχει κάποιος τρόπος να σταματήσει να υπάρχει αυτή η βουβαμάρα, που μοιάζει με ουρλιαχτά απελπισίας πίσω από τριπλό τζαμί. Θα κάνω τα πάντα, αρ...

Σήμερα πήγα στη θάλασσα

και το νερό ήταν κρυστάλλινο και δροσερό. Με δρόσιζε και με αγκάλιαζε και μύριζε η αλμύρα. Τα χείλη μου είχαν τη γεύση του αλατιού και όλο βουτούσα το κεφάλι για να τη γευτώ ξανά και ξανά. Έβαλα το χέρι στην καρδιά μου. Ένιωθα τον χτύπο της, σα να μου φωνάζει "είμαι εδώ, είμαστε εδώ μαζί, σύντροφοι στα πάντα." Και εκείνη τη στιγμή ένιωθα δυνατή και τρία μέτρα ψηλή, αλλά ταυτόχρονα έπλεα λες και ήμουν ένα λευκό σύννεφο, από αυτά με τα ακανόνιστα σχήματα γιατί προφανώς μόνο τέτοιο σύννεφο θα μπορούσα να είμαι. Έκλεισα τα μάτια και άκουσα τις σκέψεις μου, και ήταν τόσο μελωδικές, η τέλεια αρμονία που δεν μαθαίνεις να γράφεις ούτε με πτυχίο φούγκας. Κάποιες λίγο μπερδεμένες, αλλά δεμένες με περίτεχνους ναυτικούς κόμπους, πανέμορφες. Οι αποχρώσεις τους ήταν απαλές αλλά είχαν και κάποιες ξαφνικές εκρήξεις χρωμάτων που στροβιλίζονταν στο δικό τους ρυθμό. Και τελικά το μεγαλείο μου δεν το αγγίζει τίποτα αλλά ταυτόχρονα νιώθω τα πάντα, και ισορροπώ σε μια θάλασσα που έχει ταυτόχρονα ά...

Μην κοιτάς το ρολόι,

δεν έχει νόημα. Ο χρόνος περνάει με τον δικό του ρυθμό ό,τι και να κάνεις. Είναι το πιο αυτονόητο πράγμα στο σύμπαν το πέρασμα του χρόνου, εμένα να ακούς. Δεν μπορείς ούτε να τον καθυστερήσεις, ούτε να τον επιταχύνεις, ούτε να τον αποφύγεις. Ο πόνος δεν θα κάνει τους δείκτες του ρολογιού να τρέξουν πιο γρήγορα. Η χαρά δεν θα τον σταματήσει ώστε να κρατήσει για πάντα. Ο καιρός περνάει, δεν είδα κανέναν καιρό να στέκεται για να προφτάσεις. Μην κοιτάς το ρολόι, κλείσε τα μάτια και πάρε βαθιές ανάσες, από αυτές που γεμίζουν το ίδιο σου το είναι με οξυγόνο, όχι απλά τα πνευμόνια σου. Μύρισε την ελευθερία που σου δίνει η κάθε εισπνοή, την ανακούφιση που σου δίνει η κάθε εκπνοή. Νιώσε τον σταθερό χτύπο της καρδιάς σου και ευχαρίστησε τη ζωή που απλώνεται μπροστά σου. Αγάπησε όλες τις τρικλοποδιές που σου βάζει, και πάρε συνειδητή απόφαση να σηκώνεσαι με περισσότερη δύναμη κάθε φορά που σε ρίχνει κάτω. Πάρε τον χρόνο σου όμως, μην κοιτάς το ρημάδι το ρολόι.

Η ψυχή μου

είναι ένα χωριό γεμάτο χαλικόδρομους με λακούβες, από αυτές που σπάνε ημιαξόνια για πλάκα αν δεν πατήσεις φρένο εγκαίρως. Η ψυχή μου είναι αγρός γεμάτος γαϊδουράγκαθα, τσουκνίδες που θα σε στείλουν στο γιατρό πριν προλάβεις καν να δεις την πρώτη κοκκινίλα. Με ενοχλητικούς γείτονες, που δεν τηρούν τις ώρες κοινής ησυχίας και σου χτυπούν το κουδούνι τις πιο ακατάλληλες στιγμές για να δανειστούν ζάχαρη ενώ πίνουν τον καφέ τους σκέτο.  Η ψυχή μου είναι ένα απέραντο δάσος με καταπράσινα δέντρα, και ένα υπέροχο ξέφωτο με τέλεια θέα του φεγγαριού τα βράδια. Η ψυχή μου έχει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και μυρίζει γιασεμί και τριαντάφυλλο. Παίζει όλη μέρα τις καλύτερες μουσικές και έχει την θερμοκρασία της πιο όμορφης καλοκαιρινής νύχτας. Είναι αλληλένδετα κομμάτια του πιο μπερδεμένου παζλ, ένας λαβύρινθος με τον Μινώταυρο να παραμονεύει στη γωνία. Δεν διαλέγεις ποιο κομμάτι θα κρατήσεις και ποιο θα πετάξεις. Είναι όλα μαζί, ή τίποτα. Κι αν είσαι του περίπου, παρακαλώ ακολούθησε τις τ...

Να μάθεις

να απομακρύνεσαι. Να μην στριμώχνεσαι ώστε να χωρέσεις με το ζόρι. Το ζόρι είναι ασφυκτικό. Είναι κουραστικό και δεν θα σου προσφέρει τίποτα στο τέλος. Πάρτο απόφαση ότι δεν είναι για σένα αυτό το μέρος και προχώρα παρακάτω. Να αποζητάς το φως. Τη γαλήνη. Τη νηνεμία. Δεν χρειάζεται να πασχίζεις για όλα τα αποκτήματα της ζωής σου. Δεν υπάρχει κάποια ανταμοιβή στο τέλος της διαδρομής έτσι κι αλλιώς, μόνο η ανάμνηση του πόνου θα σου μείνει. Και δεν χρειάζεται καν να πληρώσεις κάποιο τίμημα ώστε να έρθει μετά η ευτυχία σου, εσύ επιβάλεις τον δύσκολο τρόπο στον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν θα σου χτυπήσει κάποιος φιλικά την πλάτη για να σε συγχαρεί για το ρόλο του οσιομάρτυρα που παίζεις με τόση επιτυχία. Απόκτησε λίγο εγωισμό. Δεν χρωστάς τίποτα σε κανέναν. Είσαι ένα λευκό, εκτυφλωτικό φως, και αν κάποιος δεν το αντέχει ας κοιτάξει αλλού. Είσαι μία δύναμη χωρίς όρια. Πάρε μια βαθιά ανάσα και νιώσε επιτέλους ότι το μόνο εμπόδιο στη ζωή σου είσαι εσύ, γιατί μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να σε φρενάρει...

Πετάω με αερόστατο,

χωρίς να ξέρω πού πηγαίνει. Δεν είναι και κάτι που με νοιάζει ιδιαίτερα. Δεν το σκέφτομαι.  Με νοιαζει. Το σκέφτομαι. Και μετά νιώθω τύψεις ότι δεν απολαμβάνω την υπέροχη θέα που περνάει από μπροστά μου όσο της αξίζει. Έτσι κι αλλιώς θα μάθω πού πηγαίνω μια κι έξω, όταν φτάσω, οπότε δεν έχει νόημα να αναρωτιέμαι στη διαδρομή. Ας δω καλά τη θέα. Όχι πολύ καλά, έχω ακροφοβία. Ας δω με συγκρατημένο τρόπο τη θέα. Για ποιο λόγο ήθελα καν να μπω σε ένα στενό κουτί και να ανέβω στον ουρανό; Εδώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα κάγκελα σε μπαλκόνι δευτέρου ορόφου. Και αφού ακόμα δεν ξέρω που πάω, πώς θα καταλάβω πότε θα έχω φτάσει;  Πρέπει να ξέρεις πού πας, εάν θες να καταλάβεις ότι έφτασες κάποια στιγμή.

Ξάπλωσε στο πάτωμα

και έκλεισε τα μάτια της. Ανάσκελα, με τα ακροδάχτυλά της να χαϊδεύουν απαλά τους αρμούς γύρω απ' τα πλακάκια. Ήταν κρύο το πάτωμα, αλλά δεν είχε την ενέργεια να ενοχληθεί με αυτό. Το σιχαίνοταν το κρύο. Άκουγε την ανάσα της όπως σφύριζε απαλά με την κάθε εισπνοή. Άκουγε την καρδιά της να χτυπά δυνατά σαν κεραυνός. Ένιωθε τα δάκρυα να γλιστρούν απ'τις εξωτερικές γωνίες των ματιών, και να τρυπώνουν μέσα στ' αυτιά της. Απίστευτα ενοχλητική αίσθηση, αν με ρωτήσεις. Αλλά τι να της πω εκείνη την ώρα; Καλύτερη η σιωπή. Καλύτερο το σκοτάδι.  Ξεροκατάπιε. Κόμπιασε. Πήρε μία κοφτή ανάσα, σαν να της έμπηξαν ξαφνικά το μαχαίρι στην κοιλιά. Άλλη μία ανάσα. Και άλλη μία. Αρκεί για σήμερα, είπε. Μέχρι εδώ σου δίνω, τώρα θα σηκωθείς και θα είσαι παραγωγική και δημιουργική και ενήλικας. Ραντεβού πάλι αύριο τα μεσάνυχτα.

Τέντωσέ την μέχρι να κοπεί,

σκέψου πόσο διασκεδαστικό θα είναι να τη φτάσεις στα όρια. Σκέψου την αδρεναλίνη όταν τραβάς λίγο ακόμα, λιιιγο ακόμα. Θα αντέξει άραγε; Μα πώς; Πώς μπορεί και μένει έτσι, αλώβητη; Ούτε μία ρωγμή, κοίταξέ την. Κοίτα την. Τράβηξε λίγο ακόμα. Τίποτα. Βάλε κι άλλη δύναμη, μπορείς και καλύτερα. Ή χειρότερα, αναλόγως την πλευρά που το βλέπει κανείς. Πρόσεχε όμως, γιατί όταν σπάσει δεν θα μπορέσεις να κρυφτείς απ'τα θραύσματα που θα σκορπίσουν παντού. Πρόσεχε, γιατί όταν σπάσει θα γεμίσει ο τόπος με γυαλί και ατσάλι. Να μην είσαι ξυπόλυτος, εντάξει; Να μην είσαι γυμνός γιατί θα σε μαχαιρώσουν τα κομμάτια όπου βρούν. Τράβα κι άλλο, αφού το θέλεις, όμως μην το μετανιώσεις στο τέλος. Μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Υπάρχει μόνο η σκούπα και το φαράσι, αλλά δεν σε κόβω να έχεις όρεξη να τα μαζέψεις. Κανείς δεν έχει όρεξη στο τέλος, έτσι δεν είναι;

Δεν σε έχασα τώρα,

εσένα σε έχω χάσει από καιρό. Αλλά αν με ρωτούσες, δεν θα μπορούσα να το παραδεχτώ ποτέ και σε κανέναν. Όμως ήρθες και μου πέταξες έναν καθρέφτη, και τρόμαξα τόσο πολύ με αυτό που είδα. Τελικά δεν είχα χάσει μόνο εσένα, είχα χάσει και την ηρεμία μου μαζί. Αλλά δεν την είχα χάσει ξαφνικά, σα να έπεσε κάπου και να έκανε έναν απότομο κρότο. Άλλωστε, αν είχε κάνει κρότο θα το έπαιρνα χαμπάρι νωρίτερα. Την έχανα λίγο λίγο, μήνες τώρα, σαν να κρατούσα ένα σακούλι αλεύρι με μία μικρή τρυπούλα, από την οποία χυνόταν αργά αλλά σταθερά. Και γύρισα ξαφνικά και το σακούλι είχε μείνει άδειο. Κι εσύ άδειος είχες μείνει. Κι εγώ άδεια είχα μείνει. Και μείναμε να κοιταζόμαστε στο τέλος, και να βλέπει ο ένας μέσα από τον άλλο, χωρίς όμως να βλέπουμε κάτι στην πραγματικότητα. Γιατί αν κοιτάξεις μέσα στο κενό, κενό θα βρεις.

Έφτιαξα ένα ντουλαπάκι

και φυλάω μέσα το μυαλό μου. Δεν το ήθελα στο κεφάλι μου πια, με είχε κουράσει. Τσακωθήκαμε πολύ άσχημα, βέβαια, μη νομίζεις δηλαδή ότι τα παράτησε τόσο εύκολα. Με παρακαλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή και μου πρόβαλλε όμορφες αναμνήσεις που φύλαγε στην άκρη, για να μου αλλάξει γνώμη. Έλα μου όμως που οι αναμνήσεις αυτές είχαν λεκιαστεί. Αντί να μου ζεσταίνουν την καρδιά, μου ανατρίχιαζαν το κορμί μου και μου έκοβαν την ανάσα λες και κάποιος μου πέταγε παγάκια. Μα παγάκια; Τι έκανα λάθος; Δεν μου αξίζουν τα παγάκια, μου αξίζουν μπουκέτα από τα πιο όμορφα αγριολούλουδα, πιασμένα με μακριά, χρωματιστή κορδέλα. Μου αξίζει η ζεστασιά μιας μεγάλης αγκαλιάς, από αυτές που είναι σφιχτές και σου κόβουν την αναπνοή, που νιώθεις την ανάσα του άλλου να σου γαργαλάει το λαιμό. Δεν έχω αυτά που αξίζω, όμως. Οπότε, έφτιαξα ένα ντουλαπάκι.

Τη μέρα σ' αγαπάω

και μάλλον σε σκεφτομαι ελάχιστα, αλλά όταν σε σκεφτώ είναι όμορφα και ευτυχισμένα πράγματα. Είναι γλυκές αναμνήσεις, είναι η ελπίδα ότι είσαι καλά. Όταν σουρουπώνει όμως σε μισώ. Όταν πέφτει ο ήλιος και κάθομαι μόνη με τις σκέψεις μου, σε μισώ και θυμώνω και στεναχωριέμαι και θα 'πρεπε όλα να είναι αλλιώς, όμως δεν είναι και δεν μπορώ να κάνω τίποτα και αυτό με πνίγει. Και η επόμενη μέρα ξημερώνει και η μυρωδιά της είναι η μυρωδιά που έρχεται μετά τα πρωτοβρόχια, αυτή η ευωδία από το νοτισμένο χώμα. Με κάνει να νιώθω νοσταλγία, ανακούφιση, ηρεμία. Νιώθω καλά, νομίζω. Όλα γίνονται για καλό, νομίζω. Εις το επανιδείν.

Και ώρες ώρες θυμώνω

λες και όλοι κάτι μου έχουν κάνει. Αλλά δεν θυμώνω με αυτούς στην πραγματικότητα. Θυμώνω με τις εκδοχές του εαυτού μου που έφτιαξα για να τους κάνουν παρέα. Από μία για τον καθέναν τους ξεχωριστά, λες και είμαι χαμαιλέοντας. Γιατί εγώ βλέπεις, εγώ τις έφτιαξα για να τις φορώ σαν όμορφες χρυσοποίκιλτες φορεσιές. Τις στόλισα όπως ταίριαζε στην κάθε περίπτωση και μετά τις έδειχνα με καμάρι και έλεγα "κοίτα; Αυτή την έφτιαξα ειδικά για σένα!" Και έκανα τόσο κόπο για να κουμπώνουν ακριβώς και να μου πηγαίνουν γάντι, αλλά τελικά όποια και να φορέσω μετά από λίγο μου προκαλεί μια απίστευτη φαγούρα και θέλω να τις πετάξω από πάνω μου και να τις κάνω χίλια κομμάτια και να τους βάλω φωτιά και να χορέψω γύρω απ'τη φωτιά γυμνή σα να μην με νοιάζει τίποτα πια. Αλλά κάποια στιγμή η φωτιά θα σβήσει, και οι φορεσιές μου θα έχουν γίνει στάχτη, και εγώ θα κρυώνω, και το κρύο δεν το άντεξα ποτέ.

Νιώθω λες και όλα τα χρόνια

φορούσα μία ολόσωμη στολή, σαν αυτήν του αστροναύτη. Και δεν φαινόταν ούτε πρόσωπο, ούτε τίποτα. Και παλιά μου άρεσε πολύ η στολή μου, να ξέρεις. Ήταν τόσο ευρύχωρη και με κρατούσε πάντοτε ζεστή και προστατευμένη. Όμως δεν είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια ότι τελικά ίσως δεν ήταν τόσο βολική η στολή μου όσο νόμιζα. Κάθε φορά που ήθελα να καθίσω λίγο για να ξαποστάσω, δεν χωρούσα σε καρέκλα λόγω του όγκου της. Και με έφαγε η ορθοστασία στο τέλος, με διέλυσε. Πονάει η μέση μου, να ξέρεις. Πονάνε οι πατούσες μου, να ξέρεις. Και προσπαθώ να τεντωθώ για να φτάσω πίσω το φερμουάρ και να την ξεκουμπώσω, αλλά μάλλον έχει κολλήσει το άτιμο και δεν κατεβαίνει με τίποτα. Και με λούζει κρύος ιδρώτας, και στερεύει το οξυγόνο, και νιώθω να πνίγομαι αλλά το φερμουάρ εκεί, αμετακίνητο. Και η στολή μου δεν είναι καν στολή τελικά, αλλά είναι ένα κλουβί χωρίς πόρτα ή παράθυρο. Και δεν θυμάμαι πώς μπήκα μέσα εξαρχής, ούτε ξέρω πώς να βγω έξω. Πάντως, μια μέρα θα βγω. Σου το υπόσχομαι.

Και ξέρεις τι κατάλαβα;

Κατάλαβα πως η ευτυχία μου είναι ένας ουρανός, και πως πρώτα ήταν θεοσκότεινος, όπως είναι η φυσική κατάσταση των ουρανών, άλλωστε. Και εγώ έψαχνα γύρω μου να βρω έναν ήλιο να φωτίσει όμορφα τον ουρανό μου, αλλά κάθε φορά τον έχανα τον ήλιο, και έπρεπε όλο να ψάχνω να βρίσκω άλλον. Και όταν εμενα χωρίς ήλιο έκανε κρύο, τόσο πολύ κρύο! Αλλά ξέρεις τελικά; Εγώ είμαι ο ήλιος μου. Εγώ πρέπει να φωτίζω τον ουρανό μου. Όλοι εσείς είστε όμορφα, φωτεινά, υπερλαμπρα, πανέμορφα αστέρια που είστε στη ζωή μου για να κάνετε τον ουρανό μου όμορφο όταν σκοτεινιαζω. Αυτή είναι η δουλειά σας. Ο ήλιος μου όμως, ο ήλιος που φωτίζει και ζεσταίνει τη ζωή μου, τελικά είμαι εγώ.

Είναι λες και κάπου στο κεφάλι μου

υπάρχει ένα πάνελ γεμάτο κουμπάκια που ελέγχουν την κάθε μου σκέψη και κίνηση, όπως σε εκείνη την παιδική ταινία. Αλλά το βρήκε κάποιος τρελός και πατάει ο,τι βρει, και κάποια τα ξηλώνει επειδή δεν είναι του γούστου του. Και δεν ξέρω αν μπορώ να βρω ανταλλακτικά, αλλά δεν ξέρω και αν έχω την ενέργεια να ψάξω να βρω καν. Και μάλλον στο τέλος δεν θα μείνει καν πάνελ, γιατί τον βλέπω να ψάχνει να βρει τα σπίρτα. Επιτέλους.

Την πρώτη φορά που πετάξαμε αετό

-ή μάλλον που προσπάθησαν οι γονείς μου να πετάξουν- ήμουν δύο χρονών. Δεν είχε αέρα, οπότε ο αετός δεν ανέβηκε ποτέ. Και τότε (σύμφωνα με μαρτυρίες) έπιασα τον αετό με τα δύο -ομολογουμένως μικρά- χέρια μου και άρχισα να τον ταρακουνάω με απίστευτη τσαντίλα, γιατί σα δε ντρεπόταν που δεν ήθελε να πετάξει στον ουρανό. Το μυαλό μου τότε δεν μπορούσε να χωνέψει ότι δεν έφταιγε αυτό που έβλεπα μπροστά μου, αλλά η έλλειψη αέρα. Κάτι αόρατο δηλαδή, το οποίο δεν είχα τη δυνατότητα να αντιληφθώ. Τόσα χρόνια μετά, η κατάληξη αυτής της ιστορίας επαναλαμβάνεται στη ζωή μου κατά καιρούς. Αλλά εγώ -σαν ένα χαζό παιδάκι δύο χρονών- ακόμα τσαντιζομαι με τον αετό.

Το μαξιλάρι

μυρίζει σαν εσένα, αλλά το μύρισα μόνο τρεις φορές. Τόσες επέτρεψα στον εαυτό μου. Ίσα για να εντυπώσω την ανάμνηση στη μνήμη μου, ίσα να πληγώσω το μυαλό μου λίγο ακόμα. Και μετά έδωσα να το μυρίσουν κι άλλοι, και τους λέω "να, δείτε, αυτή είναι η αύρα του ανθρώπου μου" αλλά μου λένε ότι δεν μυρίζουν τίποτα και ότι δεν έχω πια άνθρωπο.  Αλλά εγώ μέσα μου νιώθω λες και ζω μέσα σε ένα κακό όνειρο και απλά κάνω υπομονή να ξυπνήσω αλλά δεν ξυπνάω ποτέ και τελικά δεν είναι μόνο μέσα στο κεφάλι μου όλο αυτό και πονάω και φοβάμαι αλλά δεν φοβάμαι πια. Και δεν πονάω πια. Και δεν νιώθω πια.

Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα

και μετά προσπάθησα και λίγο παραπάνω. Αλλά ξέρεις τι κατάλαβα; Δεν κατάλαβα τίποτα. Αλλά ταυτόχρονα κατάλαβα και τόσα πολλά, στα οποία όμως δεν έδωσα καμία σημασία, γιατί δεν με βόλευε. Δεν ταίριαζε με την ιστορία που είχα πλάσει στο κεφάλι μου, βλέπεις.  Και ξέρεις τι έμεινε; Ένας κόμπος στο στομάχι έμεινε, και ένα σφίξιμο στο κεφάλι έμεινε, και μια θηλιά στο λαιμό έμεινε. Και τη θηλιά νομίζεις ότι μου την έβαλες εσύ, αλλά τη φορώ περήφανα χρόνια τώρα, ασταμάτητα. Και ήμουν τόσο απασχολημένη με τη δικιά μου που δεν έβλεπα ότι φορούσες κι εσύ μια ίδια. Και αντί να τις βγάλω, ξέρεις τι έκανα; Δεν τις κοιτούσα, λες και αν έκανα πως δεν υπάρχουν, θα εξαφανίζονταν κιόλας.  Αλλά δεν.

Υπάρχουν και χειρότερα

μην σε νοιάζει. Το δικό σου δεν είναι τίποτα. Δεν βλέπεις τι ζει ο κόσμος; Δεν ντρέπεσαι να ασχολείσαι με το δικό σου; Όχι, δεν ντρέπομαι. Ναι, υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά υπάρχουν και καλύτερα, και εγω σκοπεύω να βλέπω και τις δύο πλευρές.  Για σένα το δικό μου δεν είναι κάτι, αλλά για τον μικρόκοσμό μου είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟ εκείνη τη στιγμή. Και το ξέρω πως κάποια στιγμή θα μου περάσει, και το ξέρω πως κάποια στιγμή θα μου φαίνεται αστείο. Αλλά αυτή η στιγμή δεν έχει έρθει ακόμα. Γιατί υπάρχουν και καλύτερα. Και αυτή τη στιγμή -δυστυχώς- απέχω πολύ μακριά από αυτά.

Σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω

Αυτό το ποίημα λέω κάθε φορά που πλαντάζω στο κλάμα. Ασταμάτητα, σαν ένα παρανοϊκό λογύδριο. Σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω. Σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω. Και ξέρεις κάτι; Στο τέλος το πιστεύω στ' αλήθεια! Και με πιάνει νευρικό γέλιο χωρίς λόγο, και καταλήγω να κρατάω την κοιλιά μου και να πασχίζω να πάρω ανάσα. Έχω μια πολύ μικρή ζωή σε αυτόν τον πλανήτη, είναι σχεδόν μηδενική ακόμα και μπροστά στο πιο ασήμαντο άστρο του γαλαξία. Αλλά έχω χρέος να την προφυλάξω και να την φροντίσω και να την αγαπήσω, γιατί αυτήν έχω μόνο, και δεν μου δόθηκε κάποια δοκιμαστική περίοδος για να την τεστάρω. Γι' αυτό, σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα

Και πήγα να σηκωθώ απ'το κρεβάτι μου, αλλά το κρεβάτι ήταν ο καναπές, και το πρωί δεν ήταν πρωί αλλά τρεις τα μεσάνυχτα. Σκατα. Πάλι σαλιωσα το μαξιλάρι. Η τηλεόραση με κοιτάζει και το νετφλιξ κάνει τη γνωστή ερώτηση "συνεχίζετε να παρακολουθείτε;" Όχι, έχω μήνες να σε "παρακολουθήσω". Σε χρησιμοποιώ σαν υπνοστεντον για τις σκέψεις μου γιατί δεν έχω την ενέργεια να ασχοληθώ μαζί τους. Έχουν μπει σε μια ατέρμονη λούπα αλλά ταυτόχρονα έχουν μπλεχτεί σαν κουβαριστρα που ξέφυγε και ξετυλιχτηκε στο πάτωμα. Και στην αρχή προσπάθησα να ξεμπερδεψω την κλωστή και να την τυλίξω πάλι στο καρούλι της όπως πρέπει, αλλά όλο έβρισκα μπροστά μου κόμπους. Και τι να κάνω με τους κόμπους, μου λες; Κανείς δεν μπορεί να ράψει με μια τόσο χαζή κλωστή.

Είναι λες και σε πήραν και σε αντικατέστησαν

και στη θέση σου έχουν αφήσει ένα ρομπότ, και όχι από τα καλά ρομπότ κιόλας. Από εκείνα με τις σκουριασμένες βίδες και τα στραβοκουμπωμενα παξιμάδια και τις ξεχαρβαλωμενες αρθρώσεις, που τρίζουν σε κάθε τους βήμα. Αλλά δεν τα παρατάει να ξέρεις, σε αντικαθιστά επάξια!  Κάνει τα πράγματα της καθημερινής λίστας σου ακριβώς όπως πρέπει, προσπαθεί. Λες και έχει το νου του στο να σου κάνει αναφορά στο τέλος κάθε μέρας, λες και θα νοιαστεις αρκετά να τη διαβάσεις. Εξαιρετικό ρομπότ, καλό ρομπότ. Μόνο που κάθε φορά που προσπαθώ να του μιλήσω, δεν απαντάει. Κάθε φορά που προσπαθώ να το πάρω αγκαλιά, με τρυπάει στο στήθος η γωνία από το κάλυμμα του που δεν κουμπώνει καλά πλέον. Και πονάει αυτό το τρύπημα κάθε φορά, αλλά εγώ σα χαζή προσπαθώ και πάλι, μπας και τη νιοστή φορά έχει αλλάξει κάτι και έχει ως δια μαγείας επισκευαστεί. Αλλά δεν έχει αλλάξει τίποτα να ξέρεις, γιατί έχασα το εγχειρίδιο και κάπου είναι εκείνο το καλό το κατσαβίδι που μου είχες χαρίσει κάποτε αλλά δεν έχω ιδέα πού. Μό...

Έρχονται εκείνες οι μέρες

Που ο ήλιος πολεμάει το σκοτάδι κάθε μέρα και λίγο παραπάνω. Που θέλω να φύγω, να φύγω όσο πιο μακρυά μπορώ, θέλω να πάω κάπου που να είναι λιακάδα και να έχει φύση και χρώματα. Θέλω να στρέψω το κορμί μου προς τον ήλιο που λάμπει, να ανοίξω τα χέρια μου και να κλείσω τα μάτια και να μείνω εκεί, να νιώθω το απαλό αεράκι και να ακούω το θρόισμά του γύρω μου. Θέλω να νιώσω τη ζέστη αυτή σε κάθε μου κύτταρο, θέλω να τυλίξει την καρδιά και το μυαλό μου. Θέλω να εισπνεύσω Φως. Θέλω να ζήσω, θέλω τόσο πολύ να ζήσω, αλλά έχω κουραστεί. Η μία μέρα διαδέχεται την άλλη χωρίς καμία αλλαγή και εξέλιξη. Ξημέρωσε, σήκω. Πάρε τα ρούχα που έχεις βγάλει στην άκρη από χθες. Ισιωσε τον γιακά, βάλε το νερό στον βραστηρα. Μιάμιση δόση καφέ σήμερα, γιατί ήταν κομματάκι πιο δύσκολο να σύρεις το κουφάρι σου από το κρεβάτι στην κουζίνα. Γράψε λάθος - διπλή δόση καφέ σήμερα. Βάλε λίγη μουσική, μην βάλεις καθόλου μουσική. Δεν έχω όρεξη να ακούσω ούτε το σφύριγμα της ανάσας μου. Αφήστε με να γυρίσω πίσω στο κρεβά...

OCD

Έχω ένα προσχέδιο από το 2014, γιατί από τότε έχω να γράψω εδώ μέσα απ'ο,τι φαίνεται, με τίτλο "ψυχαναγκασμοί". Μετά από τη διάγνωση που έχω πλέον ως πάσχουσα από ιδεοψυχαναγκαστικη διαταραχή, γελάω! Σε αυτό το σημείο σχεδόν πάντα με ρωτάνε τι είναι. Η σταντάρ περιγραφή μου είναι "έχεις δει mr Μοnk; Αυτό, αλλά εγώ έχω λιγότερη μικροβιοφοβια." Και μετά συνήθως η απάντηση είναι ένα μακρόσυρτο "αααααααα". Αλλά αυτή η πολύ σύντομη περιγραφή δεν αγγίζει ούτε στο ελάχιστο την ταλαιπωρία που συμβαίνει στο κεφάλι μου από τη στιγμή που θα ανοίξω τα μάτια μου, μέχρι τη στιγμή που θα ακουμπήσει το κεφάλι μου στο μαξιλάρι στο τέλος της ημέρας. Για να γίνουν τα πράγματα σωστά, πρέπει να υπάρχει ρουτίνα. Ρουτίνα για τα πράγματα που κάνει κανείς στο ξύπνημα, στο ντύσιμο, στο πώς θα βάλει μπρος το αμάξι, ποια διαδρομή θα ακολουθήσει. Αν κάνω απόπειρα να τα αναφέρω όλα εδώ (από μια απλή, τυπική μέρα μου), θα γράφω μέχρι αύριο. Αν δεν υπάρχει ρουτίνα, γίνονται λάθη. Αν ...

Που πάω, που βρίσκομαι και τι στον άνεμο θα κάνω.

Μπήκα στον blogger μόλις τώρα μετά από σχεδόν ένα χρόνο και συνειδητοποίησα πως η μπλογκόσφαιρα ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ να κινείται κανονικότατα χωρίς εμένα. Τι θράσσος. Πως τολμάτε όλοι σας, πραγματικά. Πλησιάζει η εξεταστική για άλλη μια φορά, αλλά αυτή τη φορά την αντικρίζω έχοντας στην πλάτη μου μονοψήφιο αριθμό μαθημάτων. Το λες και ανακούφιση. Τώρα τελευταία έχω αρχίσει δειλά - δειλά να πιστεύω πως μπορώ πράγματι να πάρω πτυχίο. Δεν μου είχε ξανασυμβεί αυτό. Την Παρασκεύη γιορτάζω μαζί με το υπόλοιπο 1/3 του ελληνικού πληθυσμού. και βαριέμαι αφάνταστα να κάνω το οτιδήποτε, αλλά θα φτιάξω γλυκό και θα το φάω όλο μόνη μου κι ας με πιάσει κόψιμο. Σιχτίρ. Μου τρώνε όλο το ταψί κάθε χρόνο. Πρέπει να αγοράσω μία μικρή βιβλιοθήκη για να βγάλω τα βιβλία μου απ' την ντουλάπα και να μπορώ να τα επιδεικνύω και να κάνω την έξυπνη κλπ κλπ. Μόλις έκανα τσεκάρισμα στη λέξη «επιδεικνύω» για να δω αν την έγραψα σωστά. Την έγραψα σωστά. In your face, bitches! Τον τελευταίο χρόνο που έχω χαθεί από ε...