Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2021

Πετάω με αερόστατο,

χωρίς να ξέρω πού πηγαίνει. Δεν είναι και κάτι που με νοιάζει ιδιαίτερα. Δεν το σκέφτομαι.  Με νοιαζει. Το σκέφτομαι. Και μετά νιώθω τύψεις ότι δεν απολαμβάνω την υπέροχη θέα που περνάει από μπροστά μου όσο της αξίζει. Έτσι κι αλλιώς θα μάθω πού πηγαίνω μια κι έξω, όταν φτάσω, οπότε δεν έχει νόημα να αναρωτιέμαι στη διαδρομή. Ας δω καλά τη θέα. Όχι πολύ καλά, έχω ακροφοβία. Ας δω με συγκρατημένο τρόπο τη θέα. Για ποιο λόγο ήθελα καν να μπω σε ένα στενό κουτί και να ανέβω στον ουρανό; Εδώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα κάγκελα σε μπαλκόνι δευτέρου ορόφου. Και αφού ακόμα δεν ξέρω που πάω, πώς θα καταλάβω πότε θα έχω φτάσει;  Πρέπει να ξέρεις πού πας, εάν θες να καταλάβεις ότι έφτασες κάποια στιγμή.

Ξάπλωσε στο πάτωμα

και έκλεισε τα μάτια της. Ανάσκελα, με τα ακροδάχτυλά της να χαϊδεύουν απαλά τους αρμούς γύρω απ' τα πλακάκια. Ήταν κρύο το πάτωμα, αλλά δεν είχε την ενέργεια να ενοχληθεί με αυτό. Το σιχαίνοταν το κρύο. Άκουγε την ανάσα της όπως σφύριζε απαλά με την κάθε εισπνοή. Άκουγε την καρδιά της να χτυπά δυνατά σαν κεραυνός. Ένιωθε τα δάκρυα να γλιστρούν απ'τις εξωτερικές γωνίες των ματιών, και να τρυπώνουν μέσα στ' αυτιά της. Απίστευτα ενοχλητική αίσθηση, αν με ρωτήσεις. Αλλά τι να της πω εκείνη την ώρα; Καλύτερη η σιωπή. Καλύτερο το σκοτάδι.  Ξεροκατάπιε. Κόμπιασε. Πήρε μία κοφτή ανάσα, σαν να της έμπηξαν ξαφνικά το μαχαίρι στην κοιλιά. Άλλη μία ανάσα. Και άλλη μία. Αρκεί για σήμερα, είπε. Μέχρι εδώ σου δίνω, τώρα θα σηκωθείς και θα είσαι παραγωγική και δημιουργική και ενήλικας. Ραντεβού πάλι αύριο τα μεσάνυχτα.

Τέντωσέ την μέχρι να κοπεί,

σκέψου πόσο διασκεδαστικό θα είναι να τη φτάσεις στα όρια. Σκέψου την αδρεναλίνη όταν τραβάς λίγο ακόμα, λιιιγο ακόμα. Θα αντέξει άραγε; Μα πώς; Πώς μπορεί και μένει έτσι, αλώβητη; Ούτε μία ρωγμή, κοίταξέ την. Κοίτα την. Τράβηξε λίγο ακόμα. Τίποτα. Βάλε κι άλλη δύναμη, μπορείς και καλύτερα. Ή χειρότερα, αναλόγως την πλευρά που το βλέπει κανείς. Πρόσεχε όμως, γιατί όταν σπάσει δεν θα μπορέσεις να κρυφτείς απ'τα θραύσματα που θα σκορπίσουν παντού. Πρόσεχε, γιατί όταν σπάσει θα γεμίσει ο τόπος με γυαλί και ατσάλι. Να μην είσαι ξυπόλυτος, εντάξει; Να μην είσαι γυμνός γιατί θα σε μαχαιρώσουν τα κομμάτια όπου βρούν. Τράβα κι άλλο, αφού το θέλεις, όμως μην το μετανιώσεις στο τέλος. Μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Υπάρχει μόνο η σκούπα και το φαράσι, αλλά δεν σε κόβω να έχεις όρεξη να τα μαζέψεις. Κανείς δεν έχει όρεξη στο τέλος, έτσι δεν είναι;

Δεν σε έχασα τώρα,

εσένα σε έχω χάσει από καιρό. Αλλά αν με ρωτούσες, δεν θα μπορούσα να το παραδεχτώ ποτέ και σε κανέναν. Όμως ήρθες και μου πέταξες έναν καθρέφτη, και τρόμαξα τόσο πολύ με αυτό που είδα. Τελικά δεν είχα χάσει μόνο εσένα, είχα χάσει και την ηρεμία μου μαζί. Αλλά δεν την είχα χάσει ξαφνικά, σα να έπεσε κάπου και να έκανε έναν απότομο κρότο. Άλλωστε, αν είχε κάνει κρότο θα το έπαιρνα χαμπάρι νωρίτερα. Την έχανα λίγο λίγο, μήνες τώρα, σαν να κρατούσα ένα σακούλι αλεύρι με μία μικρή τρυπούλα, από την οποία χυνόταν αργά αλλά σταθερά. Και γύρισα ξαφνικά και το σακούλι είχε μείνει άδειο. Κι εσύ άδειος είχες μείνει. Κι εγώ άδεια είχα μείνει. Και μείναμε να κοιταζόμαστε στο τέλος, και να βλέπει ο ένας μέσα από τον άλλο, χωρίς όμως να βλέπουμε κάτι στην πραγματικότητα. Γιατί αν κοιτάξεις μέσα στο κενό, κενό θα βρεις.

Έφτιαξα ένα ντουλαπάκι

και φυλάω μέσα το μυαλό μου. Δεν το ήθελα στο κεφάλι μου πια, με είχε κουράσει. Τσακωθήκαμε πολύ άσχημα, βέβαια, μη νομίζεις δηλαδή ότι τα παράτησε τόσο εύκολα. Με παρακαλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή και μου πρόβαλλε όμορφες αναμνήσεις που φύλαγε στην άκρη, για να μου αλλάξει γνώμη. Έλα μου όμως που οι αναμνήσεις αυτές είχαν λεκιαστεί. Αντί να μου ζεσταίνουν την καρδιά, μου ανατρίχιαζαν το κορμί μου και μου έκοβαν την ανάσα λες και κάποιος μου πέταγε παγάκια. Μα παγάκια; Τι έκανα λάθος; Δεν μου αξίζουν τα παγάκια, μου αξίζουν μπουκέτα από τα πιο όμορφα αγριολούλουδα, πιασμένα με μακριά, χρωματιστή κορδέλα. Μου αξίζει η ζεστασιά μιας μεγάλης αγκαλιάς, από αυτές που είναι σφιχτές και σου κόβουν την αναπνοή, που νιώθεις την ανάσα του άλλου να σου γαργαλάει το λαιμό. Δεν έχω αυτά που αξίζω, όμως. Οπότε, έφτιαξα ένα ντουλαπάκι.

Τη μέρα σ' αγαπάω

και μάλλον σε σκεφτομαι ελάχιστα, αλλά όταν σε σκεφτώ είναι όμορφα και ευτυχισμένα πράγματα. Είναι γλυκές αναμνήσεις, είναι η ελπίδα ότι είσαι καλά. Όταν σουρουπώνει όμως σε μισώ. Όταν πέφτει ο ήλιος και κάθομαι μόνη με τις σκέψεις μου, σε μισώ και θυμώνω και στεναχωριέμαι και θα 'πρεπε όλα να είναι αλλιώς, όμως δεν είναι και δεν μπορώ να κάνω τίποτα και αυτό με πνίγει. Και η επόμενη μέρα ξημερώνει και η μυρωδιά της είναι η μυρωδιά που έρχεται μετά τα πρωτοβρόχια, αυτή η ευωδία από το νοτισμένο χώμα. Με κάνει να νιώθω νοσταλγία, ανακούφιση, ηρεμία. Νιώθω καλά, νομίζω. Όλα γίνονται για καλό, νομίζω. Εις το επανιδείν.