Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2021

Και ώρες ώρες θυμώνω

λες και όλοι κάτι μου έχουν κάνει. Αλλά δεν θυμώνω με αυτούς στην πραγματικότητα. Θυμώνω με τις εκδοχές του εαυτού μου που έφτιαξα για να τους κάνουν παρέα. Από μία για τον καθέναν τους ξεχωριστά, λες και είμαι χαμαιλέοντας. Γιατί εγώ βλέπεις, εγώ τις έφτιαξα για να τις φορώ σαν όμορφες χρυσοποίκιλτες φορεσιές. Τις στόλισα όπως ταίριαζε στην κάθε περίπτωση και μετά τις έδειχνα με καμάρι και έλεγα "κοίτα; Αυτή την έφτιαξα ειδικά για σένα!" Και έκανα τόσο κόπο για να κουμπώνουν ακριβώς και να μου πηγαίνουν γάντι, αλλά τελικά όποια και να φορέσω μετά από λίγο μου προκαλεί μια απίστευτη φαγούρα και θέλω να τις πετάξω από πάνω μου και να τις κάνω χίλια κομμάτια και να τους βάλω φωτιά και να χορέψω γύρω απ'τη φωτιά γυμνή σα να μην με νοιάζει τίποτα πια. Αλλά κάποια στιγμή η φωτιά θα σβήσει, και οι φορεσιές μου θα έχουν γίνει στάχτη, και εγώ θα κρυώνω, και το κρύο δεν το άντεξα ποτέ.

Νιώθω λες και όλα τα χρόνια

φορούσα μία ολόσωμη στολή, σαν αυτήν του αστροναύτη. Και δεν φαινόταν ούτε πρόσωπο, ούτε τίποτα. Και παλιά μου άρεσε πολύ η στολή μου, να ξέρεις. Ήταν τόσο ευρύχωρη και με κρατούσε πάντοτε ζεστή και προστατευμένη. Όμως δεν είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια ότι τελικά ίσως δεν ήταν τόσο βολική η στολή μου όσο νόμιζα. Κάθε φορά που ήθελα να καθίσω λίγο για να ξαποστάσω, δεν χωρούσα σε καρέκλα λόγω του όγκου της. Και με έφαγε η ορθοστασία στο τέλος, με διέλυσε. Πονάει η μέση μου, να ξέρεις. Πονάνε οι πατούσες μου, να ξέρεις. Και προσπαθώ να τεντωθώ για να φτάσω πίσω το φερμουάρ και να την ξεκουμπώσω, αλλά μάλλον έχει κολλήσει το άτιμο και δεν κατεβαίνει με τίποτα. Και με λούζει κρύος ιδρώτας, και στερεύει το οξυγόνο, και νιώθω να πνίγομαι αλλά το φερμουάρ εκεί, αμετακίνητο. Και η στολή μου δεν είναι καν στολή τελικά, αλλά είναι ένα κλουβί χωρίς πόρτα ή παράθυρο. Και δεν θυμάμαι πώς μπήκα μέσα εξαρχής, ούτε ξέρω πώς να βγω έξω. Πάντως, μια μέρα θα βγω. Σου το υπόσχομαι.

Και ξέρεις τι κατάλαβα;

Κατάλαβα πως η ευτυχία μου είναι ένας ουρανός, και πως πρώτα ήταν θεοσκότεινος, όπως είναι η φυσική κατάσταση των ουρανών, άλλωστε. Και εγώ έψαχνα γύρω μου να βρω έναν ήλιο να φωτίσει όμορφα τον ουρανό μου, αλλά κάθε φορά τον έχανα τον ήλιο, και έπρεπε όλο να ψάχνω να βρίσκω άλλον. Και όταν εμενα χωρίς ήλιο έκανε κρύο, τόσο πολύ κρύο! Αλλά ξέρεις τελικά; Εγώ είμαι ο ήλιος μου. Εγώ πρέπει να φωτίζω τον ουρανό μου. Όλοι εσείς είστε όμορφα, φωτεινά, υπερλαμπρα, πανέμορφα αστέρια που είστε στη ζωή μου για να κάνετε τον ουρανό μου όμορφο όταν σκοτεινιαζω. Αυτή είναι η δουλειά σας. Ο ήλιος μου όμως, ο ήλιος που φωτίζει και ζεσταίνει τη ζωή μου, τελικά είμαι εγώ.

Είναι λες και κάπου στο κεφάλι μου

υπάρχει ένα πάνελ γεμάτο κουμπάκια που ελέγχουν την κάθε μου σκέψη και κίνηση, όπως σε εκείνη την παιδική ταινία. Αλλά το βρήκε κάποιος τρελός και πατάει ο,τι βρει, και κάποια τα ξηλώνει επειδή δεν είναι του γούστου του. Και δεν ξέρω αν μπορώ να βρω ανταλλακτικά, αλλά δεν ξέρω και αν έχω την ενέργεια να ψάξω να βρω καν. Και μάλλον στο τέλος δεν θα μείνει καν πάνελ, γιατί τον βλέπω να ψάχνει να βρει τα σπίρτα. Επιτέλους.

Την πρώτη φορά που πετάξαμε αετό

-ή μάλλον που προσπάθησαν οι γονείς μου να πετάξουν- ήμουν δύο χρονών. Δεν είχε αέρα, οπότε ο αετός δεν ανέβηκε ποτέ. Και τότε (σύμφωνα με μαρτυρίες) έπιασα τον αετό με τα δύο -ομολογουμένως μικρά- χέρια μου και άρχισα να τον ταρακουνάω με απίστευτη τσαντίλα, γιατί σα δε ντρεπόταν που δεν ήθελε να πετάξει στον ουρανό. Το μυαλό μου τότε δεν μπορούσε να χωνέψει ότι δεν έφταιγε αυτό που έβλεπα μπροστά μου, αλλά η έλλειψη αέρα. Κάτι αόρατο δηλαδή, το οποίο δεν είχα τη δυνατότητα να αντιληφθώ. Τόσα χρόνια μετά, η κατάληξη αυτής της ιστορίας επαναλαμβάνεται στη ζωή μου κατά καιρούς. Αλλά εγώ -σαν ένα χαζό παιδάκι δύο χρονών- ακόμα τσαντιζομαι με τον αετό.

Το μαξιλάρι

μυρίζει σαν εσένα, αλλά το μύρισα μόνο τρεις φορές. Τόσες επέτρεψα στον εαυτό μου. Ίσα για να εντυπώσω την ανάμνηση στη μνήμη μου, ίσα να πληγώσω το μυαλό μου λίγο ακόμα. Και μετά έδωσα να το μυρίσουν κι άλλοι, και τους λέω "να, δείτε, αυτή είναι η αύρα του ανθρώπου μου" αλλά μου λένε ότι δεν μυρίζουν τίποτα και ότι δεν έχω πια άνθρωπο.  Αλλά εγώ μέσα μου νιώθω λες και ζω μέσα σε ένα κακό όνειρο και απλά κάνω υπομονή να ξυπνήσω αλλά δεν ξυπνάω ποτέ και τελικά δεν είναι μόνο μέσα στο κεφάλι μου όλο αυτό και πονάω και φοβάμαι αλλά δεν φοβάμαι πια. Και δεν πονάω πια. Και δεν νιώθω πια.

Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα

και μετά προσπάθησα και λίγο παραπάνω. Αλλά ξέρεις τι κατάλαβα; Δεν κατάλαβα τίποτα. Αλλά ταυτόχρονα κατάλαβα και τόσα πολλά, στα οποία όμως δεν έδωσα καμία σημασία, γιατί δεν με βόλευε. Δεν ταίριαζε με την ιστορία που είχα πλάσει στο κεφάλι μου, βλέπεις.  Και ξέρεις τι έμεινε; Ένας κόμπος στο στομάχι έμεινε, και ένα σφίξιμο στο κεφάλι έμεινε, και μια θηλιά στο λαιμό έμεινε. Και τη θηλιά νομίζεις ότι μου την έβαλες εσύ, αλλά τη φορώ περήφανα χρόνια τώρα, ασταμάτητα. Και ήμουν τόσο απασχολημένη με τη δικιά μου που δεν έβλεπα ότι φορούσες κι εσύ μια ίδια. Και αντί να τις βγάλω, ξέρεις τι έκανα; Δεν τις κοιτούσα, λες και αν έκανα πως δεν υπάρχουν, θα εξαφανίζονταν κιόλας.  Αλλά δεν.

Υπάρχουν και χειρότερα

μην σε νοιάζει. Το δικό σου δεν είναι τίποτα. Δεν βλέπεις τι ζει ο κόσμος; Δεν ντρέπεσαι να ασχολείσαι με το δικό σου; Όχι, δεν ντρέπομαι. Ναι, υπάρχουν και χειρότερα. Αλλά υπάρχουν και καλύτερα, και εγω σκοπεύω να βλέπω και τις δύο πλευρές.  Για σένα το δικό μου δεν είναι κάτι, αλλά για τον μικρόκοσμό μου είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟ εκείνη τη στιγμή. Και το ξέρω πως κάποια στιγμή θα μου περάσει, και το ξέρω πως κάποια στιγμή θα μου φαίνεται αστείο. Αλλά αυτή η στιγμή δεν έχει έρθει ακόμα. Γιατί υπάρχουν και καλύτερα. Και αυτή τη στιγμή -δυστυχώς- απέχω πολύ μακριά από αυτά.

Σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω

Αυτό το ποίημα λέω κάθε φορά που πλαντάζω στο κλάμα. Ασταμάτητα, σαν ένα παρανοϊκό λογύδριο. Σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω. Σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω. Και ξέρεις κάτι; Στο τέλος το πιστεύω στ' αλήθεια! Και με πιάνει νευρικό γέλιο χωρίς λόγο, και καταλήγω να κρατάω την κοιλιά μου και να πασχίζω να πάρω ανάσα. Έχω μια πολύ μικρή ζωή σε αυτόν τον πλανήτη, είναι σχεδόν μηδενική ακόμα και μπροστά στο πιο ασήμαντο άστρο του γαλαξία. Αλλά έχω χρέος να την προφυλάξω και να την φροντίσω και να την αγαπήσω, γιατί αυτήν έχω μόνο, και δεν μου δόθηκε κάποια δοκιμαστική περίοδος για να την τεστάρω. Γι' αυτό, σε έναν μήνα από τώρα θα γελάω.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα

Και πήγα να σηκωθώ απ'το κρεβάτι μου, αλλά το κρεβάτι ήταν ο καναπές, και το πρωί δεν ήταν πρωί αλλά τρεις τα μεσάνυχτα. Σκατα. Πάλι σαλιωσα το μαξιλάρι. Η τηλεόραση με κοιτάζει και το νετφλιξ κάνει τη γνωστή ερώτηση "συνεχίζετε να παρακολουθείτε;" Όχι, έχω μήνες να σε "παρακολουθήσω". Σε χρησιμοποιώ σαν υπνοστεντον για τις σκέψεις μου γιατί δεν έχω την ενέργεια να ασχοληθώ μαζί τους. Έχουν μπει σε μια ατέρμονη λούπα αλλά ταυτόχρονα έχουν μπλεχτεί σαν κουβαριστρα που ξέφυγε και ξετυλιχτηκε στο πάτωμα. Και στην αρχή προσπάθησα να ξεμπερδεψω την κλωστή και να την τυλίξω πάλι στο καρούλι της όπως πρέπει, αλλά όλο έβρισκα μπροστά μου κόμπους. Και τι να κάνω με τους κόμπους, μου λες; Κανείς δεν μπορεί να ράψει με μια τόσο χαζή κλωστή.

Είναι λες και σε πήραν και σε αντικατέστησαν

και στη θέση σου έχουν αφήσει ένα ρομπότ, και όχι από τα καλά ρομπότ κιόλας. Από εκείνα με τις σκουριασμένες βίδες και τα στραβοκουμπωμενα παξιμάδια και τις ξεχαρβαλωμενες αρθρώσεις, που τρίζουν σε κάθε τους βήμα. Αλλά δεν τα παρατάει να ξέρεις, σε αντικαθιστά επάξια!  Κάνει τα πράγματα της καθημερινής λίστας σου ακριβώς όπως πρέπει, προσπαθεί. Λες και έχει το νου του στο να σου κάνει αναφορά στο τέλος κάθε μέρας, λες και θα νοιαστεις αρκετά να τη διαβάσεις. Εξαιρετικό ρομπότ, καλό ρομπότ. Μόνο που κάθε φορά που προσπαθώ να του μιλήσω, δεν απαντάει. Κάθε φορά που προσπαθώ να το πάρω αγκαλιά, με τρυπάει στο στήθος η γωνία από το κάλυμμα του που δεν κουμπώνει καλά πλέον. Και πονάει αυτό το τρύπημα κάθε φορά, αλλά εγώ σα χαζή προσπαθώ και πάλι, μπας και τη νιοστή φορά έχει αλλάξει κάτι και έχει ως δια μαγείας επισκευαστεί. Αλλά δεν έχει αλλάξει τίποτα να ξέρεις, γιατί έχασα το εγχειρίδιο και κάπου είναι εκείνο το καλό το κατσαβίδι που μου είχες χαρίσει κάποτε αλλά δεν έχω ιδέα πού. Μόνο τ

Έρχονται εκείνες οι μέρες

Που ο ήλιος πολεμάει το σκοτάδι κάθε μέρα και λίγο παραπάνω. Που θέλω να φύγω, να φύγω όσο πιο μακρυά μπορώ, θέλω να πάω κάπου που να είναι λιακάδα και να έχει φύση και χρώματα. Θέλω να στρέψω το κορμί μου προς τον ήλιο που λάμπει, να ανοίξω τα χέρια μου και να κλείσω τα μάτια και να μείνω εκεί, να νιώθω το απαλό αεράκι και να ακούω το θρόισμά του γύρω μου. Θέλω να νιώσω τη ζέστη αυτή σε κάθε μου κύτταρο, θέλω να τυλίξει την καρδιά και το μυαλό μου. Θέλω να εισπνεύσω Φως. Θέλω να ζήσω, θέλω τόσο πολύ να ζήσω, αλλά έχω κουραστεί. Η μία μέρα διαδέχεται την άλλη χωρίς καμία αλλαγή και εξέλιξη. Ξημέρωσε, σήκω. Πάρε τα ρούχα που έχεις βγάλει στην άκρη από χθες. Ισιωσε τον γιακά, βάλε το νερό στον βραστηρα. Μιάμιση δόση καφέ σήμερα, γιατί ήταν κομματάκι πιο δύσκολο να σύρεις το κουφάρι σου από το κρεβάτι στην κουζίνα. Γράψε λάθος - διπλή δόση καφέ σήμερα. Βάλε λίγη μουσική, μην βάλεις καθόλου μουσική. Δεν έχω όρεξη να ακούσω ούτε το σφύριγμα της ανάσας μου. Αφήστε με να γυρίσω πίσω στο κρεβά