Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Ωδή στο Tysabri.

Τρύπες παντού, η μία μετά την άλλη. Πάλι έσπασε η φλέβα, σε σπασμένη φλέβα δεν θα κυλήσει το δηλητήριο. Ύπνος. Ξύπνιος. Πιάσιμο στη μέση από τις άθλιες πολυθρόνες που προφανώς σχεδιάστηκαν από κάποιον σαδιστή που δεν σκέφτηκε να καθήσει πάνω τους ούτε ένα λεπτό για να τις δοκιμάσει. Φεύγουν η μία σταγόνα μετά την άλλη, αλλά τα δευτερόλεπτα με κοιτούν παγωμένα. Συγγνώμη, δεσποινίς; Έρχεστε λίγο; Το χέρι μου πρήστηκε τα τελευταία πέντε λεπτά και δεν καταλαβαίνω γιατί. Α, δεν είναι τίποτα. Εντάξει. Συγγνώμη, δεσποινίς; Θέλω να ξεράσω τον καφέ που ήπια πριν έρθω, και μετά να ξεράσω και τα σωθικά μου. Α, δεν είναι τίποτα. Εντάξει. Συγγνώμη, δεσποινίς; Τελείωσε ο ορός, πρέπει να μου βγάλετε την πεταλούδα και να ξεκουμπιστώ από εδώ μέσα. Δεν θα σας λείψω, δεσποινίς, μην ανησυχείτε. Θα τα πούμε σε 27 μέρες.

Διαλέγω εσένα

γιατί δεν έχω πεταλούδες στο στομάχι όταν σε ξεχωρίζω ξαφνικά μέσα στο πλήθος. Αντ' αυτού με πλημμυρίζει μια γαλήνη που μπορώ να περιγράψω μόνο σαν ένα όμορφο ταξίδι σε τραίνο που διασχίζει έναν καταπράσινο κάμπο. Διαλέγω εσένα γιατί ακουμπώ το κεφάλι μου στο στήθος σου, και ο χτύπος της καρδιάς σου είναι η πιο όμορφη μελωδία που θα μπορούσα να ακούσω. Διαλέγω εσένα γιατί η αργή ανάσα σου στο μαξιλάρι είναι το πιο γλυκό νανούρισμα στ' αυτιά μου και η αγκαλιά σου είναι πιο ζεστή από όλους τους ήλιους σε όλους τους γαλαξίες μαζί. Διαλέγω εσένα γιατί είσαι εδώ, και το εδώ σημαίνει μουσικές και χρώματα και μαυρίλα και βροχή. Γιατί δεν φοβάσαι τους κεραυνούς, αλλά θαυμάζεις τη λάμψη τους.  Διαλέγω εσένα γιατί το χάδι σου είναι το σπίτι μου.

Πόσο θα μου άρεσε

να μην σκέφτομαι ποτέ τις συνέπειες. Να πλέω σε τούτη τη ζωή σαν μια σαπουνόφουσκα, όπου με πάει ο άνεμος. Θα πάω ψηλά; Θα ακουμπήσω τυχαία στο τσιμέντο και θα σκάσω; Δεν ξέρω και ούτε που με νοιάζει, γιατί είμαι κάτι εξ ορισμού εύθραυστο και εφήμερο. Έχω γεννηθεί για να στροβιλιστώ στον αέρα, να λάμψω στιγμιαία από το φως και να εξαφανιστώ. Και μετά ο σκοπός θα έχει επιτευχθεί. Μια αιωνιότητα που κράτησε μόλις τρία γυαλιστερά δευτερόλεπτα.

Και πήρα το σκεπάρνι

και άρχισα να κοπανάω παντού, όπου έβρισκα κάτι να προεξέχει. Άνοιγα διόδους όπου μπορούσα, ίσα να μπορέσω να κάνω λίγο χώρο να αναπνεύσει το μέσα μου. Ο αέρας όμως ήταν γεμάτος σκόνη και τα μπάζα ατάκτως ερριμμένα. Και πήρα φόρα η χαζή χωρίς μια μάσκα, χωρίς γάντια. Και έβηχα σαν καρκινοπαθής στο τελευταίο στάδιο, και γέμισαν πληγές τα χέρια μου από την τριβή. Μην με ρωτάς αν αυτό με σταμάτησε, προφανώς και όχι. Όσο έβλεπα το φως να τρυπώνει απ' τις ρωγμές, συνέχιζα με περισσότερη λύσσα, λες και φορτίζεται η ψυχή μου με φωτοβολταϊκά. Η μόνη ελπίδα είναι πως πίσω από τα τείχη θα βρω ήλιο, όχι χιλιάρη προβολέα.

Δεν είναι βουνό,

είναι λόφος. Σαμαράκι στο δρόμο. Απλά κατεβάζεις ταχύτητα και το περνάς. Δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι μπροστά σου και δεν μπορείς να στρίψεις ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Πρέπει να το κοιτάξεις κατάματα και να περιμένεις την αναπήδηση. Πρέπει να προσέξεις τα αμορτισέρ, μην κάνεις ζημιά. Και μετά απλά πέρνα το. Και δες πώς θα σου φανεί ένα τίποτα, καθώς θα το βλέπεις να απομακρύνεται στον καθρέφτη σου. Κοίτα μωρέ, που φοβόμουν ένα σαμαράκι λες και ήταν τοίχος πετρόκτιστος. Τι ήταν τελικά; Τίποτα δεν ήταν. Αυτό είναι υπενθύμιση για τον εαυτό μου, ένα ξεχασμένο χαρτάκι κολλημένο στο ψυγείο, μπας και κάποια στιγμή το χωνέψω.

Φαντάσου να ξυπνάς το πρωί

και να χαμογελάς. Να μην σιχτιρίζεις τη μέρα που θα ξετυλιχτεί μπροστά σου. Να σηκώνεσαι με χαρά, να φτιάχνεις τον καφέ σου με χαμόγελο και να ανυπομονείς να βγεις απ'το σπίτι. Σκέψου πόσο όμορφη ζωή θα ήταν αυτή. Είναι έτσι η ζωή σου; Τέλεια. Δεν είναι; Τί μπορείς να κάνεις για να την αλλάξεις; Κλείσε τα μάτια και σκέψου το πρώτο πράγμα που θες να κάνεις. Ας είναι και η μεγαλύτερη βλακεία, δεν με νοιάζει. Πες "εγώ για να νιώσω ευτυχία θέλω το τάδε πράγμα στη ζωή μου". Και μετά αναρωτήσου για τους λόγους που δεν το ζεις ήδη. Ποιος σου στέκεται εμπόδιο; Είναι κάποια ανίκητη δύναμη; Μάλλον όχι, δεν υπάρχουν πολλά ανίκητα πράγματα στη ζωή. Μήπως είναι κάτι που του δίνεις εσύ υπερβολική αξία και το κάνεις να μοιάζει ανίκητο; Μήπως είναι στο χέρι σου τελικά; Μήπως δεν έχεις τη δύναμη να αποδεχτείς ότι είναι στο χέρι σου, ώστε να τολμήσεις το πρώτο βήμα προς την αλλαγή πλεύσης;

Νόμιζα πως είδα κάτι

δικό μου στα μάτια σου, αλλά μάλλον προέβαλα σε σένα απλώς αυτό που αποζητούσα, και η αντανάκλαση με θόλωσε και με μπέρδεψε. Και με θύμωσε που τελικά έβλεπα λάθος, και νόμιζα πως έφταιγες εσύ, αλλά είναι δίκαιο να σε κατηγορώ για τη στραβομάρα τη δική μου; Ούτε οφθαλμίατρος είσαι, ούτε οπτικός. Τι στραβομάρα αυτή όμως ρε παιδάκι μου, απερίγραπτο πράγμα! Σε κάνει να τα βλέπεις όλα μαύρα και μονοδιάστατα, σχεδόν χωρίς πραγματική υπόσταση. Και καταλήγεις να σε προσπερνάει ο χρόνος μαζί με τις στιγμές του, ώστε στο τέλος να ζεις και να επιβιώνεις προσμένοντας ένα ρημάδι Σαββατοκύριακο. Το Σαββατοκύριακο πάντοτε τελειώνει όμως -σα δε ντρέπεται- και εν τέλει μένεις να το αναπολείς στην ανατολή της Δευτέρας σου. Λες και η βδομάδα σου είναι ένα μουντό χριστουγεννιάτικο δέντρο και έχεις αρκετά λαμπάκια μόνο για την κορυφή του. Μήπως ήρθε πια η ώρα να κάνεις όμορφο και το υπόλοιπο;

Το νοιάξιμο

είναι "παρήγγειλα την πίτσα χωρίς ελιές, επειδή ξέρω πως τις σιχαίνεσαι." Είναι "θα περάσω από το σπίτι να σε δω, γιατί σε άκουσα κάπως στο τηλέφωνο και δεν μου αρκεί η επιβεβαίωσή σου ότι είσαι καλά". Είναι η αγάπη μου για σένα, που με έχει σπρώξει στο να σου δώσω σημασία επειδή ενδιαφέρομαι για σένα. Επειδή θέλω να κάνω το παραπάνω βήμα για σένα, θέλω να κάνω προσπάθεια για σένα, θέλω το καλύτερο για σένα. Το νοιάξιμο είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από τις καθημερινές πράξεις αγάπης. Μην κοιτάς τις προτάσεις γάμου με πυροτεχνήματα, μην κοιτάς το τελευταίας τεχνολογίας αυτοκίνητο που σου χάρισαν. Αυτά είναι φανφάρες, για τα μάτια του κόσμου. Δώσε σημασία σε όλα τα μικρά πράγματα, και δες το γιγάντιο μέγεθος όταν τα αθροίσεις. Και μόλις το δεις, νιώσε τη ζεστασιά που σου προσφέρεται απλόχερα. Εκτίμησέ την. Και -κάνε μου τη χάρη- μην τη θεωρήσεις ποτέ δεδομένη. Γιατί όσο ξαφνικά σου χαριστεί το νοιάξιμο, τόσο εύκολα μπορείς να το χάσεις.  Και αν δεν το αξίζεις, μην τ...

Ανοιχτή επιστολή στον κάγκουρα στην παραλία.

Δεν είσαι αποκρουστικός επειδή οι γυναίκες είναι πουτάνες που γουστάρουν μόνο δίμετρους μελαχρινούς με κοιλιά - σκακιέρα από τους κοιλιακούς (direct quote από σένα αυτό, μην σου κλέψω τα εύσημα). Ίσα ίσα που βλέπεσαι, αρκεί να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Είσαι, επειδή έχεις φέρει το ηχείο στην παραλία και μας έχεις πρήξει με την άθλια μουσική, καθώς προσπαθείς (μάλλον) να εκπληρώσεις το ασίγαστο πάθος που σε σιγοκαίει για το djλίκι, το οποίο φαίνεται να έχει μείνει ανεκπλήρωτο μέχρι στιγμής. Ευτυχώς, για το κοινό καλό της ανθρωπότητας. Είσαι, γιατί οποία τολμήσει να περάσει από μπροστά σου ακούει ατάκες τύπου "πω πω τι μουνάρα είσαι εσύ". Βασικά μην λέω μαλακίες, όλοι τις ακούμε γιατί φωνάζεις σα λαϊκατζης που προσπαθεί να ξεπουλήσει το τελευταίο τελάρο με βλήτα για να σχολάσει και να πάει σπίτι του. Με τέτοια τεχνική πεσίματος δεν πηδάς ούτε στη συντέλεια του κόσμου, δεν θα σε ακουμπήσει γκόμενα ούτε με στέκα μπιλιάρδου, ακόμα και αν είσαι εσύ ο τελευταίος επιζών και εξαρτά...

Η Γη θα συνεχίσει να γυρίζει

ό,τι και να της κάνουμε. Είναι μια γιγάντια πέτρα που αιωρείται στο κενό, που εντάξει δεν είναι ακριβώς κενό, αλλά δεν είμαι αστροφυσικός κιόλας. Τυχαία εμφανιστήκαμε, αλλά πολύ συνειδητά θα αφανιστούμε, γιατί η μειοψηφία που έχει την μεγαλύτερη ευθύνη έχει και την έπαρση και την άγνοια κινδύνου. Και δεν μας έχει καν ανάγκη η Γη στην τελική. Εμείς είμαστε αυτοί που δεν θα αντέξουμε να ζούμε πάνω της. Εμείς χρειαζόμαστε το νερό, το οξυγόνο, την τροφή. Η Γη προσφέρει σε εμάς, όχι το αντίθετο. Μην μπερδεύεστε νομίζοντας ότι κάνετε καλό στη Γη αν ανακυκλώνετε ή χρησιμοποιείτε ποδήλατα, στην κοινωνία κάνετε καλό.  Δίνουμε παράταση σε μια ημερομηνία λήξης που πλησιάζει μέρα με τη μέρα, και ο καθένας από μας αποσπά την προσοχή του με φευγαλέες στιγμές ευτυχίας ή δυστυχίας.

Όταν ακούς την κόρνα του τραίνου

δεν πρέπει να είσαι στις ράγες. Είναι μία βασική γνώση που έχει κάποιος, και την εφαρμόζει με σκοπό την επιβίωση του. Τί κάνεις όμως όταν σε έχουν δέσει εκεί; Ή ακόμα χειρότερα, τί κάνεις όταν έχεις δέσει τον εαυτό σου στις ράγες και δεν θυμάσαι ούτε το πώς, ούτε το γιατί, ούτε τον τρόπο να λυθείς; Το ξέρεις ότι αργά ή γρήγορα θα ακούσεις την περιβόητη κόρνα, αλλά θα είσαι στο εντελώς λάθος σημείο την πιο ακατάλληλη στιγμή. Σκοπεύεις να αντιδράσεις; Έχεις την ψυχραιμία να βρεις τη λύση ακόμα και στην ύστατη στιγμή; Και ας πούμε για την ιστορία ότι σε έχουν δέσει απ'τον αστράγαλο με κάποια άθραυστη αλυσίδα, και δίπλα σου έχεις ένα χειροπρίονο. Έχεις τη δύναμη να θυσιάσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου για την ελευθερία και τη ζωή σου; Αυτό το σενάριο είναι μια σκηνή από θρίλερ, και γενικά απεχθάνομαι να βλέπω θρίλερ γιατί το βρίσκω αντιπαραγωγικό να τρομάζει κανείς τον εαυτό του επίτηδες, όμως χρόνια τώρα κάτι συμβολίζει για μένα αυτό το σημείο της ταινίας που αναφέρω, το οποίο αγγίζει...

Εμένα η μάνα μου

μου έλεγε πάντα να μην σκάω, γιατί σε έναν χρόνο από τώρα θα θυμάμαι αυτό που με άγχωσε ή με στεναχώρησε, και θα γελάω. Θα θυμάμαι τις σκέψεις που έκανα τότε και θα λέω "να, τελικά δεν ήταν τίποτα, ήρθε και πέρασε". Και θυμάμαι να της λέω πάντα -εκ των υστέρων- ότι έχει δίκιο, αλλά εκείνη την ώρα ποτέ δεν μπορούσα να το δω έτσι. Ώσπου μία τρομακτική σκέψη με γείωσε: θα πεθάνω. Κι εσύ θα πεθάνεις. Όλοι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Θα έρθουν άλλοι στη θέση μας, όπως και εμείς ήρθαμε στη θέση άλλων. Ουδείς αναντικατάστατος, που λένε.  Και τελικά καθόμαστε και τρέχουμε σε έναν αγώνα στον οποίο δηλώσαμε συμμετοχή χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Δρόμος μετ'εμποδίων χωρίς γραμμή τερματισμού στον ορίζοντα, ενώ δεν έχουμε καν σχέση με τον στίβο. Εγώ προσωπικά βαρέθηκα όλη αυτή τη φάση. Και δεν ξέρω για σένα, αλλά πλέον αρνούμαι να τρέχω επίτηδες.

Όταν οι ελέφαντες

μετακινούνται σαν ομάδα, περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλον, κρατώντας ο καθένας την ουρά του μπροστινού του με την προβοσκίδα του. Όταν ένας ελέφαντας βρεθεί μόνος του, κρατάει τη δική του ουρά με την προβοσκίδα του. Θυμάμαι είχα δει μία φωτογραφία πριν χρόνια, ήταν ένα μικρό ελεφαντάκι παρατημένο μόνο του σε σκηνή τσίρκου. Εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου κόπηκε σε χίλια κομμάτια. Ταυτόχρονα όμως είχα και μια σκέψη, σαν απόηχο στο μυαλό μου: όλοι βρισκόμαστε μόνοι μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κάποιες στιγμές στη ζωή μας. Σημασία τελικά έχει να μπορούμε να κρατήσουμε τους εαυτούς μας με στοργή, και να πάμε παρακάτω. Και που ξέρεις, μπορεί εκεί που δεν το περιμένεις να βρεθείς σε ένα υπέροχο κοπάδι που θα σου προσφέρουν μια ουρά για να πιαστείς.

Κάθε λίγα χρόνια

οργανώνω την κηδεία μου. Είναι πάντα σε πολύ κλειστό κύκλο, μόνο εγώ δίνω το παρόν. Είναι η κηδεία του εαυτού που ήμουν μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά που έρχεται πια η ώρα να τον αποχαιρετήσω, ώστε να πάω παρακάτω στην επόμενη αναβάθμιση. Είναι επίπονη διαδικασία. Στην αρχή δεν το παίρνω καν είδηση ότι έχω πεθάνει, οπότε νιώθω αυτό το απίστευτα κενό αίσθημα που δεν ξέρω πώς να γεμίσω. Και τρέχω με ένα σωρό πράγματα χωρίς να καταλαβαίνω ότι είναι όλα τους υποκατάστατα που δεν θα χρησιμεύσουν πουθενά. Σαν κομμάτια παζλ, αλλά χωρίς να έχουν τυπωμένη πάνω τους την εικόνα. Και μετά θυμώνω γιατί κάθομαι και χάνω την ώρα μου με αυτό το χαζό, καφέ παζλ που δεν βγάζει κανένα νόημα. Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τους άλλους να μην έχουν τέτοια θέματα, και οδηγίες έχουν και απ'όλα. Και αναρωτιέμαι τί κάνω λάθος, δεν γίνεται να έχω κολλήσει έτσι. Σίγουρα υπάρχει κάποιος τρόπος να σταματήσει να υπάρχει αυτή η βουβαμάρα, που μοιάζει με ουρλιαχτά απελπισίας πίσω από τριπλό τζαμί. Θα κάνω τα πάντα, αρ...

Σήμερα πήγα στη θάλασσα

και το νερό ήταν κρυστάλλινο και δροσερό. Με δρόσιζε και με αγκάλιαζε και μύριζε η αλμύρα. Τα χείλη μου είχαν τη γεύση του αλατιού και όλο βουτούσα το κεφάλι για να τη γευτώ ξανά και ξανά. Έβαλα το χέρι στην καρδιά μου. Ένιωθα τον χτύπο της, σα να μου φωνάζει "είμαι εδώ, είμαστε εδώ μαζί, σύντροφοι στα πάντα." Και εκείνη τη στιγμή ένιωθα δυνατή και τρία μέτρα ψηλή, αλλά ταυτόχρονα έπλεα λες και ήμουν ένα λευκό σύννεφο, από αυτά με τα ακανόνιστα σχήματα γιατί προφανώς μόνο τέτοιο σύννεφο θα μπορούσα να είμαι. Έκλεισα τα μάτια και άκουσα τις σκέψεις μου, και ήταν τόσο μελωδικές, η τέλεια αρμονία που δεν μαθαίνεις να γράφεις ούτε με πτυχίο φούγκας. Κάποιες λίγο μπερδεμένες, αλλά δεμένες με περίτεχνους ναυτικούς κόμπους, πανέμορφες. Οι αποχρώσεις τους ήταν απαλές αλλά είχαν και κάποιες ξαφνικές εκρήξεις χρωμάτων που στροβιλίζονταν στο δικό τους ρυθμό. Και τελικά το μεγαλείο μου δεν το αγγίζει τίποτα αλλά ταυτόχρονα νιώθω τα πάντα, και ισορροπώ σε μια θάλασσα που έχει ταυτόχρονα ά...

Μην κοιτάς το ρολόι,

δεν έχει νόημα. Ο χρόνος περνάει με τον δικό του ρυθμό ό,τι και να κάνεις. Είναι το πιο αυτονόητο πράγμα στο σύμπαν το πέρασμα του χρόνου, εμένα να ακούς. Δεν μπορείς ούτε να τον καθυστερήσεις, ούτε να τον επιταχύνεις, ούτε να τον αποφύγεις. Ο πόνος δεν θα κάνει τους δείκτες του ρολογιού να τρέξουν πιο γρήγορα. Η χαρά δεν θα τον σταματήσει ώστε να κρατήσει για πάντα. Ο καιρός περνάει, δεν είδα κανέναν καιρό να στέκεται για να προφτάσεις. Μην κοιτάς το ρολόι, κλείσε τα μάτια και πάρε βαθιές ανάσες, από αυτές που γεμίζουν το ίδιο σου το είναι με οξυγόνο, όχι απλά τα πνευμόνια σου. Μύρισε την ελευθερία που σου δίνει η κάθε εισπνοή, την ανακούφιση που σου δίνει η κάθε εκπνοή. Νιώσε τον σταθερό χτύπο της καρδιάς σου και ευχαρίστησε τη ζωή που απλώνεται μπροστά σου. Αγάπησε όλες τις τρικλοποδιές που σου βάζει, και πάρε συνειδητή απόφαση να σηκώνεσαι με περισσότερη δύναμη κάθε φορά που σε ρίχνει κάτω. Πάρε τον χρόνο σου όμως, μην κοιτάς το ρημάδι το ρολόι.

Η ψυχή μου

είναι ένα χωριό γεμάτο χαλικόδρομους με λακούβες, από αυτές που σπάνε ημιαξόνια για πλάκα αν δεν πατήσεις φρένο εγκαίρως. Η ψυχή μου είναι αγρός γεμάτος γαϊδουράγκαθα, τσουκνίδες που θα σε στείλουν στο γιατρό πριν προλάβεις καν να δεις την πρώτη κοκκινίλα. Με ενοχλητικούς γείτονες, που δεν τηρούν τις ώρες κοινής ησυχίας και σου χτυπούν το κουδούνι τις πιο ακατάλληλες στιγμές για να δανειστούν ζάχαρη ενώ πίνουν τον καφέ τους σκέτο.  Η ψυχή μου είναι ένα απέραντο δάσος με καταπράσινα δέντρα, και ένα υπέροχο ξέφωτο με τέλεια θέα του φεγγαριού τα βράδια. Η ψυχή μου έχει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και μυρίζει γιασεμί και τριαντάφυλλο. Παίζει όλη μέρα τις καλύτερες μουσικές και έχει την θερμοκρασία της πιο όμορφης καλοκαιρινής νύχτας. Είναι αλληλένδετα κομμάτια του πιο μπερδεμένου παζλ, ένας λαβύρινθος με τον Μινώταυρο να παραμονεύει στη γωνία. Δεν διαλέγεις ποιο κομμάτι θα κρατήσεις και ποιο θα πετάξεις. Είναι όλα μαζί, ή τίποτα. Κι αν είσαι του περίπου, παρακαλώ ακολούθησε τις τ...

Να μάθεις

να απομακρύνεσαι. Να μην στριμώχνεσαι ώστε να χωρέσεις με το ζόρι. Το ζόρι είναι ασφυκτικό. Είναι κουραστικό και δεν θα σου προσφέρει τίποτα στο τέλος. Πάρτο απόφαση ότι δεν είναι για σένα αυτό το μέρος και προχώρα παρακάτω. Να αποζητάς το φως. Τη γαλήνη. Τη νηνεμία. Δεν χρειάζεται να πασχίζεις για όλα τα αποκτήματα της ζωής σου. Δεν υπάρχει κάποια ανταμοιβή στο τέλος της διαδρομής έτσι κι αλλιώς, μόνο η ανάμνηση του πόνου θα σου μείνει. Και δεν χρειάζεται καν να πληρώσεις κάποιο τίμημα ώστε να έρθει μετά η ευτυχία σου, εσύ επιβάλεις τον δύσκολο τρόπο στον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν θα σου χτυπήσει κάποιος φιλικά την πλάτη για να σε συγχαρεί για το ρόλο του οσιομάρτυρα που παίζεις με τόση επιτυχία. Απόκτησε λίγο εγωισμό. Δεν χρωστάς τίποτα σε κανέναν. Είσαι ένα λευκό, εκτυφλωτικό φως, και αν κάποιος δεν το αντέχει ας κοιτάξει αλλού. Είσαι μία δύναμη χωρίς όρια. Πάρε μια βαθιά ανάσα και νιώσε επιτέλους ότι το μόνο εμπόδιο στη ζωή σου είσαι εσύ, γιατί μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να σε φρενάρει...

Πετάω με αερόστατο,

χωρίς να ξέρω πού πηγαίνει. Δεν είναι και κάτι που με νοιάζει ιδιαίτερα. Δεν το σκέφτομαι.  Με νοιαζει. Το σκέφτομαι. Και μετά νιώθω τύψεις ότι δεν απολαμβάνω την υπέροχη θέα που περνάει από μπροστά μου όσο της αξίζει. Έτσι κι αλλιώς θα μάθω πού πηγαίνω μια κι έξω, όταν φτάσω, οπότε δεν έχει νόημα να αναρωτιέμαι στη διαδρομή. Ας δω καλά τη θέα. Όχι πολύ καλά, έχω ακροφοβία. Ας δω με συγκρατημένο τρόπο τη θέα. Για ποιο λόγο ήθελα καν να μπω σε ένα στενό κουτί και να ανέβω στον ουρανό; Εδώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα κάγκελα σε μπαλκόνι δευτέρου ορόφου. Και αφού ακόμα δεν ξέρω που πάω, πώς θα καταλάβω πότε θα έχω φτάσει;  Πρέπει να ξέρεις πού πας, εάν θες να καταλάβεις ότι έφτασες κάποια στιγμή.

Ξάπλωσε στο πάτωμα

και έκλεισε τα μάτια της. Ανάσκελα, με τα ακροδάχτυλά της να χαϊδεύουν απαλά τους αρμούς γύρω απ' τα πλακάκια. Ήταν κρύο το πάτωμα, αλλά δεν είχε την ενέργεια να ενοχληθεί με αυτό. Το σιχαίνοταν το κρύο. Άκουγε την ανάσα της όπως σφύριζε απαλά με την κάθε εισπνοή. Άκουγε την καρδιά της να χτυπά δυνατά σαν κεραυνός. Ένιωθε τα δάκρυα να γλιστρούν απ'τις εξωτερικές γωνίες των ματιών, και να τρυπώνουν μέσα στ' αυτιά της. Απίστευτα ενοχλητική αίσθηση, αν με ρωτήσεις. Αλλά τι να της πω εκείνη την ώρα; Καλύτερη η σιωπή. Καλύτερο το σκοτάδι.  Ξεροκατάπιε. Κόμπιασε. Πήρε μία κοφτή ανάσα, σαν να της έμπηξαν ξαφνικά το μαχαίρι στην κοιλιά. Άλλη μία ανάσα. Και άλλη μία. Αρκεί για σήμερα, είπε. Μέχρι εδώ σου δίνω, τώρα θα σηκωθείς και θα είσαι παραγωγική και δημιουργική και ενήλικας. Ραντεβού πάλι αύριο τα μεσάνυχτα.

Τέντωσέ την μέχρι να κοπεί,

σκέψου πόσο διασκεδαστικό θα είναι να τη φτάσεις στα όρια. Σκέψου την αδρεναλίνη όταν τραβάς λίγο ακόμα, λιιιγο ακόμα. Θα αντέξει άραγε; Μα πώς; Πώς μπορεί και μένει έτσι, αλώβητη; Ούτε μία ρωγμή, κοίταξέ την. Κοίτα την. Τράβηξε λίγο ακόμα. Τίποτα. Βάλε κι άλλη δύναμη, μπορείς και καλύτερα. Ή χειρότερα, αναλόγως την πλευρά που το βλέπει κανείς. Πρόσεχε όμως, γιατί όταν σπάσει δεν θα μπορέσεις να κρυφτείς απ'τα θραύσματα που θα σκορπίσουν παντού. Πρόσεχε, γιατί όταν σπάσει θα γεμίσει ο τόπος με γυαλί και ατσάλι. Να μην είσαι ξυπόλυτος, εντάξει; Να μην είσαι γυμνός γιατί θα σε μαχαιρώσουν τα κομμάτια όπου βρούν. Τράβα κι άλλο, αφού το θέλεις, όμως μην το μετανιώσεις στο τέλος. Μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Υπάρχει μόνο η σκούπα και το φαράσι, αλλά δεν σε κόβω να έχεις όρεξη να τα μαζέψεις. Κανείς δεν έχει όρεξη στο τέλος, έτσι δεν είναι;

Δεν σε έχασα τώρα,

εσένα σε έχω χάσει από καιρό. Αλλά αν με ρωτούσες, δεν θα μπορούσα να το παραδεχτώ ποτέ και σε κανέναν. Όμως ήρθες και μου πέταξες έναν καθρέφτη, και τρόμαξα τόσο πολύ με αυτό που είδα. Τελικά δεν είχα χάσει μόνο εσένα, είχα χάσει και την ηρεμία μου μαζί. Αλλά δεν την είχα χάσει ξαφνικά, σα να έπεσε κάπου και να έκανε έναν απότομο κρότο. Άλλωστε, αν είχε κάνει κρότο θα το έπαιρνα χαμπάρι νωρίτερα. Την έχανα λίγο λίγο, μήνες τώρα, σαν να κρατούσα ένα σακούλι αλεύρι με μία μικρή τρυπούλα, από την οποία χυνόταν αργά αλλά σταθερά. Και γύρισα ξαφνικά και το σακούλι είχε μείνει άδειο. Κι εσύ άδειος είχες μείνει. Κι εγώ άδεια είχα μείνει. Και μείναμε να κοιταζόμαστε στο τέλος, και να βλέπει ο ένας μέσα από τον άλλο, χωρίς όμως να βλέπουμε κάτι στην πραγματικότητα. Γιατί αν κοιτάξεις μέσα στο κενό, κενό θα βρεις.

Έφτιαξα ένα ντουλαπάκι

και φυλάω μέσα το μυαλό μου. Δεν το ήθελα στο κεφάλι μου πια, με είχε κουράσει. Τσακωθήκαμε πολύ άσχημα, βέβαια, μη νομίζεις δηλαδή ότι τα παράτησε τόσο εύκολα. Με παρακαλούσε μέχρι την τελευταία στιγμή και μου πρόβαλλε όμορφες αναμνήσεις που φύλαγε στην άκρη, για να μου αλλάξει γνώμη. Έλα μου όμως που οι αναμνήσεις αυτές είχαν λεκιαστεί. Αντί να μου ζεσταίνουν την καρδιά, μου ανατρίχιαζαν το κορμί μου και μου έκοβαν την ανάσα λες και κάποιος μου πέταγε παγάκια. Μα παγάκια; Τι έκανα λάθος; Δεν μου αξίζουν τα παγάκια, μου αξίζουν μπουκέτα από τα πιο όμορφα αγριολούλουδα, πιασμένα με μακριά, χρωματιστή κορδέλα. Μου αξίζει η ζεστασιά μιας μεγάλης αγκαλιάς, από αυτές που είναι σφιχτές και σου κόβουν την αναπνοή, που νιώθεις την ανάσα του άλλου να σου γαργαλάει το λαιμό. Δεν έχω αυτά που αξίζω, όμως. Οπότε, έφτιαξα ένα ντουλαπάκι.

Τη μέρα σ' αγαπάω

και μάλλον σε σκεφτομαι ελάχιστα, αλλά όταν σε σκεφτώ είναι όμορφα και ευτυχισμένα πράγματα. Είναι γλυκές αναμνήσεις, είναι η ελπίδα ότι είσαι καλά. Όταν σουρουπώνει όμως σε μισώ. Όταν πέφτει ο ήλιος και κάθομαι μόνη με τις σκέψεις μου, σε μισώ και θυμώνω και στεναχωριέμαι και θα 'πρεπε όλα να είναι αλλιώς, όμως δεν είναι και δεν μπορώ να κάνω τίποτα και αυτό με πνίγει. Και η επόμενη μέρα ξημερώνει και η μυρωδιά της είναι η μυρωδιά που έρχεται μετά τα πρωτοβρόχια, αυτή η ευωδία από το νοτισμένο χώμα. Με κάνει να νιώθω νοσταλγία, ανακούφιση, ηρεμία. Νιώθω καλά, νομίζω. Όλα γίνονται για καλό, νομίζω. Εις το επανιδείν.

Και ώρες ώρες θυμώνω

λες και όλοι κάτι μου έχουν κάνει. Αλλά δεν θυμώνω με αυτούς στην πραγματικότητα. Θυμώνω με τις εκδοχές του εαυτού μου που έφτιαξα για να τους κάνουν παρέα. Από μία για τον καθέναν τους ξεχωριστά, λες και είμαι χαμαιλέοντας. Γιατί εγώ βλέπεις, εγώ τις έφτιαξα για να τις φορώ σαν όμορφες χρυσοποίκιλτες φορεσιές. Τις στόλισα όπως ταίριαζε στην κάθε περίπτωση και μετά τις έδειχνα με καμάρι και έλεγα "κοίτα; Αυτή την έφτιαξα ειδικά για σένα!" Και έκανα τόσο κόπο για να κουμπώνουν ακριβώς και να μου πηγαίνουν γάντι, αλλά τελικά όποια και να φορέσω μετά από λίγο μου προκαλεί μια απίστευτη φαγούρα και θέλω να τις πετάξω από πάνω μου και να τις κάνω χίλια κομμάτια και να τους βάλω φωτιά και να χορέψω γύρω απ'τη φωτιά γυμνή σα να μην με νοιάζει τίποτα πια. Αλλά κάποια στιγμή η φωτιά θα σβήσει, και οι φορεσιές μου θα έχουν γίνει στάχτη, και εγώ θα κρυώνω, και το κρύο δεν το άντεξα ποτέ.

Νιώθω λες και όλα τα χρόνια

φορούσα μία ολόσωμη στολή, σαν αυτήν του αστροναύτη. Και δεν φαινόταν ούτε πρόσωπο, ούτε τίποτα. Και παλιά μου άρεσε πολύ η στολή μου, να ξέρεις. Ήταν τόσο ευρύχωρη και με κρατούσε πάντοτε ζεστή και προστατευμένη. Όμως δεν είχα παρατηρήσει τόσα χρόνια ότι τελικά ίσως δεν ήταν τόσο βολική η στολή μου όσο νόμιζα. Κάθε φορά που ήθελα να καθίσω λίγο για να ξαποστάσω, δεν χωρούσα σε καρέκλα λόγω του όγκου της. Και με έφαγε η ορθοστασία στο τέλος, με διέλυσε. Πονάει η μέση μου, να ξέρεις. Πονάνε οι πατούσες μου, να ξέρεις. Και προσπαθώ να τεντωθώ για να φτάσω πίσω το φερμουάρ και να την ξεκουμπώσω, αλλά μάλλον έχει κολλήσει το άτιμο και δεν κατεβαίνει με τίποτα. Και με λούζει κρύος ιδρώτας, και στερεύει το οξυγόνο, και νιώθω να πνίγομαι αλλά το φερμουάρ εκεί, αμετακίνητο. Και η στολή μου δεν είναι καν στολή τελικά, αλλά είναι ένα κλουβί χωρίς πόρτα ή παράθυρο. Και δεν θυμάμαι πώς μπήκα μέσα εξαρχής, ούτε ξέρω πώς να βγω έξω. Πάντως, μια μέρα θα βγω. Σου το υπόσχομαι.

Και ξέρεις τι κατάλαβα;

Κατάλαβα πως η ευτυχία μου είναι ένας ουρανός, και πως πρώτα ήταν θεοσκότεινος, όπως είναι η φυσική κατάσταση των ουρανών, άλλωστε. Και εγώ έψαχνα γύρω μου να βρω έναν ήλιο να φωτίσει όμορφα τον ουρανό μου, αλλά κάθε φορά τον έχανα τον ήλιο, και έπρεπε όλο να ψάχνω να βρίσκω άλλον. Και όταν εμενα χωρίς ήλιο έκανε κρύο, τόσο πολύ κρύο! Αλλά ξέρεις τελικά; Εγώ είμαι ο ήλιος μου. Εγώ πρέπει να φωτίζω τον ουρανό μου. Όλοι εσείς είστε όμορφα, φωτεινά, υπερλαμπρα, πανέμορφα αστέρια που είστε στη ζωή μου για να κάνετε τον ουρανό μου όμορφο όταν σκοτεινιαζω. Αυτή είναι η δουλειά σας. Ο ήλιος μου όμως, ο ήλιος που φωτίζει και ζεσταίνει τη ζωή μου, τελικά είμαι εγώ.

Είναι λες και κάπου στο κεφάλι μου

υπάρχει ένα πάνελ γεμάτο κουμπάκια που ελέγχουν την κάθε μου σκέψη και κίνηση, όπως σε εκείνη την παιδική ταινία. Αλλά το βρήκε κάποιος τρελός και πατάει ο,τι βρει, και κάποια τα ξηλώνει επειδή δεν είναι του γούστου του. Και δεν ξέρω αν μπορώ να βρω ανταλλακτικά, αλλά δεν ξέρω και αν έχω την ενέργεια να ψάξω να βρω καν. Και μάλλον στο τέλος δεν θα μείνει καν πάνελ, γιατί τον βλέπω να ψάχνει να βρει τα σπίρτα. Επιτέλους.

Την πρώτη φορά που πετάξαμε αετό

-ή μάλλον που προσπάθησαν οι γονείς μου να πετάξουν- ήμουν δύο χρονών. Δεν είχε αέρα, οπότε ο αετός δεν ανέβηκε ποτέ. Και τότε (σύμφωνα με μαρτυρίες) έπιασα τον αετό με τα δύο -ομολογουμένως μικρά- χέρια μου και άρχισα να τον ταρακουνάω με απίστευτη τσαντίλα, γιατί σα δε ντρεπόταν που δεν ήθελε να πετάξει στον ουρανό. Το μυαλό μου τότε δεν μπορούσε να χωνέψει ότι δεν έφταιγε αυτό που έβλεπα μπροστά μου, αλλά η έλλειψη αέρα. Κάτι αόρατο δηλαδή, το οποίο δεν είχα τη δυνατότητα να αντιληφθώ. Τόσα χρόνια μετά, η κατάληξη αυτής της ιστορίας επαναλαμβάνεται στη ζωή μου κατά καιρούς. Αλλά εγώ -σαν ένα χαζό παιδάκι δύο χρονών- ακόμα τσαντιζομαι με τον αετό.

Το μαξιλάρι

μυρίζει σαν εσένα, αλλά το μύρισα μόνο τρεις φορές. Τόσες επέτρεψα στον εαυτό μου. Ίσα για να εντυπώσω την ανάμνηση στη μνήμη μου, ίσα να πληγώσω το μυαλό μου λίγο ακόμα. Και μετά έδωσα να το μυρίσουν κι άλλοι, και τους λέω "να, δείτε, αυτή είναι η αύρα του ανθρώπου μου" αλλά μου λένε ότι δεν μυρίζουν τίποτα και ότι δεν έχω πια άνθρωπο.  Αλλά εγώ μέσα μου νιώθω λες και ζω μέσα σε ένα κακό όνειρο και απλά κάνω υπομονή να ξυπνήσω αλλά δεν ξυπνάω ποτέ και τελικά δεν είναι μόνο μέσα στο κεφάλι μου όλο αυτό και πονάω και φοβάμαι αλλά δεν φοβάμαι πια. Και δεν πονάω πια. Και δεν νιώθω πια.