Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η αγάπη μου για σένα

μετατόπισε εμένα και τα όνειρά μου, κάμποσα χιλιόμετρα προς τα ανατολικά. Με ξεβόλεψε για μήνες, με έσπρωξε σε άγνωστο κόσμο, σε κόσμο που με έκανε να νιώθω ξένη ανάμεσα σε ξένους. Με έδιωξαν χωρίς να φταίω αυτοί οι ξένοι, με μηδένισαν, με υποτίμησαν. Ποια; Εμένα. Δεν είπα τίποτα, ξέρεις. Δεν απάντησα, για να μην γυρίσει πάνω σου αυτό. Δεν απάντησα, όσο κι αν με έπνιγε. Και να έχω να αντιμετωπίσω εσένα και τη συμπεριφορά σου ταυτόχρονα. Τα "δεν ξέρω τί μου συμβαίνει και έχω μείνει στάσιμος" σου και παράλληλα τις υποσχέσεις σου. Κούφια λόγια, που τάιζαν την ελπίδα μου και την αγάπη μου για σένα, και την υπομονή μου. Κούφια γιατί δεν είχαν πράξη από πίσω. Και σκεφτόμουν "σίγουρα δεν λέει ψέματα, δεν αξίζω να λέει ψέματα, δεν γίνεται να με αγαπάει τόσο και ταυτόχρονα να με δουλεύει μπροστά στα μάτια μου, δεν γίνεται να τον έχω διαβάσει τόσο λάθος". Και έφευγαν οι μέρες και οι μήνες. Και πια, δεν θέλω να ακούσω τίποτα. Μόνο να δω θέλω. Δεν έχω αρκετή ενέργεια να βγάλω την χαζοσέλφι και να πατήσω αποστολή, ή να γράψω την καλημέρα, ή να κάνω καρδιά σε σχόλιο, ή να ακούσω προβληματισμούς, ή να βρεθώ μπλεγμένη σε θέματα που δεν είναι δικά μου. Έφτασε στο 1% μπαταρία το μέσα μου και έπρεπε ή να μαυρίσει η οθόνη, ή να ψάξω φορτιστή. Αλλά για μένα λέμε, προφανώς και θα τα βγάλω πέρα όποιο και να είναι το αποτέλεσμα, και το ξέρεις. Εγώ δεν πέφτω ποτέ, μόνο σκοντάφτω σε κάποιο στραβό πλακάκι στο πεζοδρόμιο και μετά συνεχίζω την πορεία μου. Δεν μου έχω επιτρέψει ποτέ να πέσω ό,τι και να μου έχει τύχει και δεν σκοπεύω να ξεκινήσω σήμερα. Κοιτάω πού έχω φτάσει και τί έχω χτίσει και καμαρώνω για τον εαυτό μου γιατί η καρδούλα μου το ξέρει πώς τα κατάφερα ως εδώ. Πόσα βράδια δεν με έπαιρνε ο ύπνος γιατί το μυαλό μου ήταν μια σούπα από το άγχος. Να μην ξέρω ώρες ώρες αν θα έχω καν κεραμύδι πάνω απ' το κεφάλι μου. Και με έπαιρνα αγκαλιά γιατί αυτή ήταν η μόνη αγκαλιά που μπορούσα να έχω, και μου ψιθύριζα στα σκοτάδια, και τα δάκρυα μου τα μετρούσε ένα ένα το μαξιλάρι μου. Δεν επέτρεπα να το δει κανείς αυτό την επόμενη μέρα, εννοείται. Τοίχοι περιμετρικά. Χαμόγελα, αστεία και η πιο τέλεια προσποίηση σαν να μην τρέχει μία. Και το μέσα μου, ένα παιδάκι που το έστελνα τιμωρία στο δωμάτιό του χωρίς φαγητό, γιατί με απογευματινά ψίχουλα της μίας ώρας δεν μπορούσε να χορτάσει. Καλύτερα να πεθάνει κανείς από την αφαγία, παρά να συντηρείται αποστεωμένος και να φυτοζωεί από τα ψίχουλα. Δεν είναι ζωή αυτή. Όχι ότι φοβήθηκα ποτέ τον θάνατο, έχω πεθάνει και αναστήσει το παιδί αυτό ίσα με εκατό φορές. Τις σκιές φοβάμαι. Κι εγώ σαν σκιά παρασιτική δεν θα ζήσω ποτέ.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Στροβιλιζόμενη στη δίνη της γλυκόζης. UPDATED

Είναι λες και ολόκληρη η ζωή μου περιστρέφεται γύρω απ' τις ποσότητες γλυκών που θα καταναλώσω ημερησίως. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Κάθε φορά που θα εντοπίσω έστω κι ένα μικρό κομμάτι σοκολάτας θα το καταβροχθίσω και μετά ξαφνικά το μυαλό μου μετατρέπεται σε αυτό ενός αρπακτικού, και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι το πως θα καταφέρω να βρω μεγαλύτερη ποσότητα γλυκού να φάω. Έχει τύχει πάνω σε κρίση υπογλυκαιμίας να φάω ένα καρβέλι ψωμί με μέλι και βούτυρο. Και όχι, δε σταμάτησα στο ένα καρβέλι επειδή σταμάτησε η λιγούρα. Απλά τελείωσε το ψωμί. Μια άλλη φορά είχα φάει μερέντα κατευθείαν απ' το βάζο με το κουτάλι. Δεν μ' άρεσε καν η συγκεκριμένη μερέντα. Δεν σκέφτομαι λογικά σε τέτοιες φάσεις. Είχα κάνει κάτι εξετάσεις αίματος τις προάλλες και η γιατρός μου μου είπε ότι είχα επικίνδυνα χαμηλό ζάχαρο. Εξαιτίας αυτού μπορεί στο άκυρο να λιποθυμήσω καμιά μέρα και να καταπιώ τη γλώσσα μου. Οπότε καταλαβαίνουμε ποιες ήταν οι οδηγίες του Μπαμπά Νίκου: γέμισε τα ντουλάπια μ...

Απ' τους πιο αγαπημένους μου στον κόσμο.

Παππούς. Όταν ακούω αυτή τη λέξη, στο μυαλό μου έρχεται ένας ασπρομάλλης γέρος, με μπόλικο λάδι στα μαλλιά (γιατί κάποιος του είχε πει ότι με το ελαιόλαδο ξαναμαυρίζουν), χωρίστρα στο πλάι, κόκκινη ή πράσινη βερμούδα και φανέλα λευκή τιράντα. Ο παππούς μου. Ο παππούς μου ήταν απίστευτα καλοσυνάτος. Βοηθούσε πάντα όπου χρειαζόταν (χωρίς να πάρει ποτέ άδεια), στο σπίτι γύριζε τα μεσημέρια φορτωμένος με τσάντες γεμάτες γλυκίσματα απ' τον φούρνο. Σαν πατέρας αλλά και σαν παππούς ήταν μάλαμα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί να βαρέσει κανείς ποτέ παιδί, και καθόταν για παιχνίδια με τις ώρες. Θυμάμαι μια φορά έβαφα τα νύχια μου (ήμουν πέντε χρονών) και ήρθε να βάψω και τα δικά του, νομίζοντας ότι άμα το τρίψει λίγο θα φύγει. (Δεν έφυγε. Και δεν είχαμε καν ασετόν. Τρελό γέλιο.) Σαν σύζυγος δυστυχώς δεν ήταν τόσο καλός, γιατί την γιαγιά μου την είχε κάνει τάρανδο. Να φανταστείτε είχε αρραβωνιαστεί κιόλας! Ο πατέρας μου στο δημοτικό τότε νομίζω. Ο παππούς μου αρρώσ...

Το ζαχαροπλαστείο.

Χθες ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι βρίσκομαι στο 2ο έτος. Αρκετά τρομακτικό, γιατί μετά άρχισα να σκέφτομαι το επαγγελματικό μου μέλλον και το πως μπορεί να τα φέρει η ζωή γενικότερα. Και μετά με έπιασε ο συνηθισμένος φόβος που με πιάνει ότι δεν θα πάρω ποτέ πτυχίο, οπότε λέω τι γίνεται τώρα; Θ' ανοίξω ζαχαροπλαστείο/καφετέρια. Να εξηγήσω. Το μαγαζί στην είσοδο θα είναι ένα συνηθισμένο ζαχαροπλαστείο, αλλά θα μπαίνεις σ' έναν διάδρομο και θα σε οδηγεί σε μία εσωτερική καφετέρια γεμάτη πουφ και πολύχρωμες κούπες. Και όλοι θα είναι ξυπόλητοι! Θα είναι σαν το μπόουλινγκ που υποχρεούσαι να φορέσεις εκείνα τα χαζά παπούτσια, αλλά εδώ θα μένεις με τις κάλτσες και θα έχει πολύ μαλακά χαλιά. Και πολλά χρώματα. Πάρα μα πάρα πολλά χρώματα. Και πολλά γλυκά! Θα μου πεις τι τα γράφω όλα αυτά τώρα; Ψαρεύω πελάτες, βέβαια! Λίγα χρόνια νωρίτερα μεν, αλλά και πάλι!